Νέστορας Πουλάκος, Σ’ αγαπώ;

Αρχείο 05/02/2012

Στον Στράτο και την Αγγελική,
τους κινηματογραφικούς μου ήρωες

 

ΕΙΣΠΝΟΗ

Καλοκαιρινό αεράκι φυσά στον έρημο δρόμο. Ζεστό, γεμάτο υγρασία, εποχή που τα κορμιά κολλάνε από τον ιδρώτα. Νύχτα έχει πέσει, στον ασφαλτωμένο δρόμο, κίτρινος όπως είναι από τα έντονα φώτα που τον κοιτάζουν από ψηλά, στριμωγμένος ανάμεσα στα ψηλά τείχη με τα συρματοπλέγματα που τον περιβάλλουν. Προστατεύουν τη βιομηχανική ζώνη πετρελαίων, δίνοντας στην ατμόσφαιρα του τοπίου μια αφαιρετικότητα κίνησης, μια εξαθλίωση της φύσης, μια απαξίωση ανθρώπινων συναισθημάτων και αδυναμιών.

Ένας άντρας με μακριά μαύρα μαλλιά, επιμελώς πιασμένα για να μην μπερδεύονται στο πρόσωπο του, βαδίζει εντός του δρόμου. Φοράει μαύρα ρούχα, καπνίζει, κοιτάζει τον μαύρο καπνό του φουγάρου. Δείχνει να σκέφτεται.. Λίγο πιο πίσω του, είναι μια κοπέλα. Πολύχρωμα ντυμένη, τρέχει ανέμελα κρατώντας ένα αναμμένο τσιγάρο στο δεξί της χέρι, χαμογελά, χαμογελά.. Τρέχει κατά πάνω του, όλο χαρά!

– Έι, όμορφε, περίμενε με.

Εκείνος γυρίζει. Την ίδια στιγμή, η όμορφη, αδύνατη, όλο ευλυγισία κοπέλα προσγειώνεται στην αγκαλιά του. Την κοιτάζει και μειδιά. Εκείνη τον φιλά στο λαιμό, στο μάγουλο, παντού στο πρόσωπο. Περιμένει να σταματήσει για να την φιλήσει όλο πάθος.

Μετά από λίγη ώρα κατηφορίζουν χέρι-χέρι τον δρόμο. Είναι άδειος. Αυτοκίνητο, άνθρωπος, ψυχή δεν πατάει. Μόνο ο ήχος των μηχανών πετρελαίου, τίποτε άλλο. Καθώς περπατούν, εκείνη του λέει

– Μ’ αγαπάς;

Ο άντρας σαστίζει. Μένει ακίνητος. Δεν κουνιούνται ούτε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Τελικά της χαμογελά. Την φιλάει στο μάγουλο, την αρπάζει από το χέρι και συνεχίζουν την πορεία τους.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΕ 3 ΠΡΑΞΕΙΣ

Πράξη 1η

Από το στενόχωρο σαλόνι του διαμερίσματος στο κέντρο της πόλης μπαίνουν ο θόρυβος των αμαξιών, το έντονο φως του καλοκαιρινού ήλιου και μια ανυπόφορη ζέστη.Η νεαρή κοπέλα ελαφρά ντυμένη κάθεται στον καναπέ μπροστά από μια παλιά γραφομηχανή σκεπτόμενη.. Από το μέσα δωμάτιο ακούγεται ανεπαίσθητα ο ήχος της τηλεόρασης. Ο μακρυμάλλης άντρας κάθεται στο κρεβάτι, χαζεύοντας κάποιους ανθρώπους να συζητούν έντονα, δροσιζόμενος κάτω από τον εκνευριστικό θόρυβο του ανεμιστήρα.

Μια στιγμή μετά σηκώνεται. Είναι ημίγυμνος. Κατευθύνεται στο σαλόνι. Πλησιάζει την καστανή μορφονιά, που παραπαίει πάνω από την γραφομηχανή. Την φιλάει στον ώμο και της τοποθετεί στη γραφομηχανή ένα φύλλο χαρτί. Όχι όμως για να γράψει αλλά για να διαβάσει αυτό που εκείνος έχει γράψει

Φορούσε το παλτό

που κάλυπτε τη γύμνια του κορμιού της

– αχ, σ’ αγαπώ μικρό

κι ασθενικό πλασματάκι της νιότης μου

Έλα κοντά μου

χωρίς εσένα

– όλα μάταια θα ναι.

Του πιάνει το χέρι και πάνε στο δωμάτιο..

Πράξη 2η

Σε ένα θολό μπαρ στο κέντρο της πολύβουης πόλης, εκείνη δούλευε υπό τους ήχους της τζαζ, σερβίροντας θαμώνες μέθυσους ερωτύλους ημι-αποτυχημένους καλλιτέχνες. Ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές μαζεμένοι στην καφέ ξύλινη μπάρα με εκείνη απαστράπτουσα να τους χαμογελά. Τότε, βράδυ βροχερό ήταν αν και καλοκαιριού, είχε κάτσει και εκείνος στη μία άκρη του μπαρ, πίνοντας το αγαπημένο του μπέρμπον. Από τα ηχεία ακουγόταν η μαγική φωνή του Κολτρέιν, ακολούθησαν οι γλυκές μελωδίες της Χόλιντει, του Μάιλς Ντέιβις, τους Λούις Άρμστρονγκ, του Κλίφορντ Μπράουν, του Λέστερ Γιανγκ.

Έπινε, έπινε και ξαναέπινε και την κοίταζε με μια τρυφεράδα και μια γλυκιά ένταση συναισθημάτων ηδονής και ερωτισμού. Με τι χάρη περιποιούταν τον κάθε περίεργο πελάτη της, λες και ήταν ένας καλός της φίλος ή ένας παλιός γνωστός μιας άλλης εποχής. Πότε πότε που περνούσε από δίπλα του τον φιλούσε, στιγμές στιγμές τον κοιτούσε από μακριά στα μάτια, ψηλάφιζε το κορμί του με τις αισθήσεις της υπερχειλισμένες από τις σκέψεις που έκανε. Εκείνος, με το κατσαρό μαύρο μαλλί του, να ακουμπάει τους ώμους του, ήταν ευτυχισμένος, χαμογελούσε, ένα διαρκές χαμόγελο χωρίς τέλος.

Πήρε μια χαρτοπετσέτα. Οι θαμώνες στο μπαρ λίγοι, η ώρα περασμένη, η καλοκαιρινή ατμόσφαιρα αν και βροχερή ήθελε βόλτα στην θάλασσα. Το κέντρο της πόλης έπνιγε τους εναπομείναντες κατοίκους του. Εκείνος όμως την περιμένει, προσμένει κάθε επόμενη κίνησή της. Γράφει στη χαρτοπετσέτα, δανειζόμενος μια πένα από τον διπλανό του μεθυσμένο λογοτέχνη. Γράφει για ώρα.

– Τι γράφεις, αγάπη μου; τον ρωτάει καθώς τον πλησιάζει.

– Να δες, της αποκρίνεται.

Συζητούσα – θυμάμαι έντονα, μαζί σου χθες βράδυ

δεν είχες πολλά να πεις μας ούτε και να δείξεις

για μια κοπέλα σου ‘λεγα που με πάθος ανακάλυψα

ουτοπία μου ξανάπες – μα τι άλλο θα περίμενα από σένα;

Άκου φίλε του εαυτού μου, θα την αγαπήσω μέχρι θανάτου- ακούς;

Η βροχή σταμάτησε. Έξω η νύχτα είναι πανέμορφη και η υγρή ατμόσφαιρα προδιαγράφει μια βόλτα μακράς διάρκειας. Φιλιούνται στη μέση της πλατείας όλο πάθος.

– Σε λατρεύω, του λέει.

– Όλο του βάρος του κόσμου η αγάπη μου, της φωνάζει γοερά.

Πράξη 3η

Ξημερώματα αυγουστιάτικης νύχτας, τα παράθυρα ανοικτά, οι κουρτίνες να ανεμίζουν απαλά, σχεδόν υπνωτικά από το ζεστό, αποπνικτικό αεράκι. Γυμνοί στο κρεβάτι, χωρίς σεντόνια, χωρίς μαξιλάρια, με ένα κίτρινο κατωσέντονο ν ακουμπά τα ιδρωμένα από τον έρωτα κορμιά τους. Εκείνος γυρισμένος πλάτη κοιτάζει την ανατολή πίσω από τις κεραίες της απέναντι πολυκατοικίας, εκείνη να κοιτάζει το ταβάνι παίζοντας με τα μαλλιά της. Του απλώνει το χέρι της, του χαϊδεύει τον λαιμό. Εκείνος το απολαμβάνει, δε δείχνει όμως την αντίδρασή του.

– Μη φύγεις, της λέει.

– Θα σου πω κάτι που έγραψα σήμερα για σένα. Άκου

Τα λόγια σου με κάνουν να λυγίζω, φωνές Σειρήνων σα να ηχούν

και εκείνο το χαμόγελο, εκείνο το άρωμα – ανεξίτηλα

Κλειστά τ’ αυτιά μου όμως θα κρατήσω, σ’ αυτό το

απεγνωσμένο ξέσπασμά σου γι’ αγάπη δε θα παραδοθώ

Μα θυμήσου τότε, από έρωτα κραύγαζες και πάλι,

και οι συνέπειες… καταστροφικές.

Εκείνος βάζει τα κλάματα. Προσπαθεί να τα πνίξει. Να μην ακουστεί.

– Δε θα φύγω, του λέει.

Βάζει κι εκείνη τα κλάματα. Δεν τα πνίγει όμως, τρέχουν στα μάγουλα της, ακούγονται οι λυγμοί της.

ΕΚΠΝΟΗ

Το σημείωμα έγραφε : «3 χρόνια μετά».Το μήνυμα στον τηλεφωνητή της έλεγε : «Συνάντηση στις 7, να δούμε την ανατολή».Χειμωνιάτικο ξημέρωμα, εθνική οδός, τα αυτοκίνητα πολλά, πηγαινοέρχονται, οι επιβάτες τους στην καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς τους. Στον μικρό πεζόδρομο, μπροστά από την ταραγμένη θάλασσα της βιομηχανίας του πετρελαίου, μουντός καιρός, συννεφιασμένος φαίνεται. Ένας άντρας με μακριά μαύρα μαλλιά στέκει μόνος του καπνίζοντας. Φοράει γυαλιά ηλίου. Μαύρα ρούχα.

Τον πλησιάζει εκείνη. Μεγάλωσε. Της φαίνεται. Πιο ωραία από ποτέ. Με τη χλωμάδα στο πρόσωπό της, εκείνη την γοητευτική απόχρωση που μαγνητίζει τους άντρες.

– Σου πάνε οι άσπρες τρίχες, του λέει.

– Είσαι πολύ όμορφη, πονάω! της αποκρίνεται.

– Γιατί έφυγες; τον ρωτάει.

– Πιστεύω στη μοίρα, της απαντάει με κατεβασμένο το κεφάλι.

Για μια στιγμή δοκίμασα ότι νιώθεις

Σε κοιτώ και βλέπω να δακρύζεις, άραγε πόνος είναι πάλι;

Κοίτα τα μάτια μου, στεγνά – σε κάνει ν’ απορείς

Ο φόβος να νιώσω ότι λες, μου έγινε συνήθεια

Ένας άθλιος εγωκεντρικός μπάσταρδος μιλώντας στον καθρέφτη

από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ, ένας αντικατοπτρισμός

αυτό είμαι

Το χέρι σου γροθιά, σπάσε με και αναγεννήσου μέσα απ’ τα κομμάτια μου.

Βρες τη δεξαμενή σου και πλημμύρισε από έρωτα

Τίποτα δε μ’ αγγίζει πια, απλά περνά κι απομακρύνεται.

Μίσησε με και ίσως τότε να σωθείς…!

– Σκληροί στίχοι, γιατί;

– Μ’ αγαπάς; τη ρωτάει βγάζοντας τα γυαλιά, κοιτάζοντας την στα μάτια.

Του χαμογελά, του δίνει ένα φιλί, γυρίζει την πλάτη της και φεύγει. Του είχε αφήσει ένα κομμάτι από χαρτί στο χέρι :

Σ’ άκουσα λοιπόν κι ας συγκρούομαι μαζί σου

Κι αν πονάς και εκδικείσαι καταλαβαίνω

Στον έρωτα όμως, στην αγάπη, στο πάθος της απόλαυσης,

στην ελεγεία της πράξης, στην πεμπτουσία του συναισθήματος,

στην “Λυγεία” της καρδιάς μου, στο υπέρτατο αγαθό της ψυχής,

στο αλάτι της ύπαρξής μας,

σε αυτό το γαμημένο κάτι που μας κάνει ανθρώπους

ανθρώπους ναι! τρυφερούς μα και ερωτευμένους.Θα σε μισήσω, θα σε αγαπήσω

και θα σε σώσω…

…θα ερωτευτείς και πάλι!

 

***

Copyright©Νέστορας Πουλάκος

[στάχτες]