Άννα Αχμάτοβα, «…η γλυκιά της μελάνης μυρωδιά» -μετάφραση Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Αρχείο 25/03/2014

Κάφκα μίμησις

Οι άλλοι παίρνουν μακριά τις αγαπημένες τους –
Και εγώ με φθόνο στο κατόπι τους δεν κοιτάζω.
Μόνη στο εδώλιο των κατηγορουμένων
Σύντομα μισό αιώνα κλείνω καθισμένη.
Γύρω μου καυγάδες και συνωστισμός
Και η γλυκιά της μελάνης μυρωδιά.
Αυτό σκεφτόταν ο Κάφκα
Και απεικόνιζε ο Τσάρλυ.
Κι εκεί στις σοβαρές συνεδριάσεις,
Όπως στην γερή του ύπνου αγκαλιά,
Και οι τρεις γενιές ενόρκων
Αποφάσισαν: ένοχη.
Αλλάζουν τα πρόσωπα των φρουρών,
Με έμφραγμα ο έκτος εισαγγελέας . . .
Κάπου από τον καύσωνα μαυρίζει
Η τεράστια ουράνια ανοιχτωσιά
Και το θαυμάσιο καλοκαίρι
Περιδιαβαίνει την αντίπερα όχθη. . .
Εγώ αυτό το μακάριο «κάπου»
Δεν μπορώ να το φανταστώ.
Ξεκουφαίνομαι από τις στεντόρειες κατάρες,
Η μάλλινη ζακέτα τρίφτηκε τελείως.
Αν είναι δυνατόν να ήμουν η πιο ένοχη απ’ όλους
Πάνω στον πλανήτη αυτό;
——————————-[1960 Κομάροβο]

 

***

Η πρωτόγνωρη άνοιξη οικοδόμησε έναν πανύψηλο ουράνιο θόλο

Η πρωτόγνωρη άνοιξη οικοδόμησε έναν πανύψηλο ουράνιο θόλο,
Στα σύννεφα δόθηκε εντολή το θόλο τούτο να μη σκοτεινιάζουν.
Και θαύμαζαν οι άνθρωποι: έρχονται του Σεπτέμβρη τα τέρμινα,
Μα που χάθηκαν οι παγωμένες, υγρές ημέρες; . . .
Σμαραγδένιο το νερό των θολών καναλιών,
Και το χορτάρι μύρισε σα ρόδα, μόνο πιο δυνατά,
Ήταν πνιγηρά τις ανυπόφορες, δαιμονικές και πορφυρές χαραυγές,
Τις θυμόμασταν όλοι μέχρι των ημερών μας το τέλος.
Ο ήλιος ήταν τέτοιος, θαρρείς και μπήκε στην πρωτεύουσα ο στασιαστής,
Και το ανοιξιάτικο φθινόπωρο διψασμένα χαϊδευόταν μαζί του,
Που νόμιζες πως τώρα θα λευκάνει ο διάφανος γάλανθος . . .
Τότε ήταν που ήρθες εσύ, ήρεμος, στο ξώστεγό σου.
——————————-[Σεπτέμβριος 1922]

***

In memoriam

Κι εσείς φίλοι μου, από τη τελευταία επιστράτευση!
Κράτησα τη ζωή μου, για να σας κλάψω.
Πάνω από τη μνήμη σας δε μένει ακίνητη η κλαίουσα ιτιά,
Μα τα ονόματά σας να φωνάξω θέλω σ’ ολάκερο τον κόσμο!
Μα τι να κάνουν τα ονόματα!
Έτσι κι αλλιώς – μαζί σας είμαστε! . . .
Όλοι γονατιστοί, όλοι !
Πορφυρό έπεσε το φως!
Του Λένινγκραντ οι κάτοικοι μέσα απ’ τους καπνούς περνάνε
σε σειρές –
Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς : για τη δόξα νεκροί δεν υπάρχουν.
——————————-[Αύγουστος 1942, Ντιουρμέν]

 

***

Αύγουστος 1940

Όταν θάβουν την εποχή,
Δεν ηχεί η εξόδιος ακολουθία,
Δεν ταιριάζει με τσουκνίδα
Να στολίζεις το γαϊδουράγκαθο.
Και μόνο οι νεκροθάφτες βιαστικά
Δουλεύουν. Η δουλειά δεν περιμένει!
Και ήρεμα, Θεέ μου, πόσο ήρεμα,
Μόλις που ακούγεται, η ώρα που κυλά.
Και μετά ξεπετάγεται
Σα πτώμα στο ανοιξιάτικο ποτάμι, –
Μα η μάνα το γιο δεν αναγνωρίζει,
Κι ο εγγονός στη πλήξη τυλίγεται.
Και σκύβουν τα κεφάλια πιο χαμηλά,
Όταν σαν εκκρεμές, περνάει το φεγγάρι.
Έτσι ακριβώς, πάνω από το πεθαμένο Παρίσι
Είναι τώρα η ησυχία.
——————————-[5 Αυγούστου 1940, Σπίτι στο Σερεμέτιεβο]

vintage_under2

Μετάφραση από τα ρωσικά ©Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης-samizdat project