Σταυρούλα Γάτσου, Χτίστες [2014]

Αρχείο 18.12.2014

fav-3

Έχτιζε χρόνια, πάλεψε πολύ.

Πέρασε βράδυα έρμαιο σαρκοβόρων.
Μάζεψε πολλές φορές από το πάτωμα ότι είχε απομείνει:
αποφάγια, νύχτες, χρόνια, μήνες και ήττες.

Δεν ήταν σωστό και συχνά δεν ήταν δίκιο, δεν ήταν ωραίο,
κάποιες φορές η εικόνα της προκαλούσε ναυτία
-η χυδαιότητα έχει πολλά πρόσωπα-
μα ξεπερνούσε, προχωρούσε,
αγνοούσε όσο μπορούσε,
δικαιολογούσε, προσπερνούσε,
ήλπιζε, πάλευε, θύμα έγινε συχνά,
μα κοιτούσε πάντα μπροστά.

Τα χρόνια περνούσαν
οι νικές γέμιζαν τους τοίχους με κορδέλες,
μεγάλο σπίτι, μεγάλοι τοίχοι.
Σε κάθε μάχη έχανε κι ένα κομμάτι
σε κάθε σκαλοπάτι έσερνε και λίγη βρωμιά-
κάποιες πληγές κακοφορμούσαν.
Ψηλή σκάλα
πολλά σκαλοπάτια
πολλοί συμβιβασμοί
πολύ βρωμιά
πολλές πληγές
πολλές νίκες
χρόνια πολλά.

Την Μεγάλη Ημέρα σηκώθηκε σαν σε παραμύθι, με μισό νύχι και μακριά μαλλιά,
κάποια κομμάτια σάρκα μόνο και πολλά σπασμένα γυαλιά. Από το παράθυρο ένα πιστό σκυλί
λίγο ταλαιπωρημένο, βροχή πολύ, διασχίζει τον δρόμο. Τι να πρωτοκοιτάξει κανείς;
Το τίποτε που έφτασε ή τα μάτια που της είχαν απομείνει; Καθώς το συλλογιόταν, χάρηκε.
Η μισή, η αποκαρδιωμένη, η υποταγμένη, στα χείλια της ένα χαμόγελο,
κι αιφνής, ένα πρόσωπο ξεπροβάλλει. Και δυο χέρια ολόσαρκα γέννουνται μιαν αγκαλιά,
κι ένα κορμί πληγή ολόκληρη θυμάται πάλι, ένα νέο σώμα γεννιέται στη στιγμή.

Ενα λευκό λουλούδι, σύμβολο μόνο και πόθος των όσων κανείς μπορεί να φανταστεί,
ανταμοιβή του ταξιδιού το βάθος,
ένα σώμα μ΄αγνή ψυχή.
Ηταν η πόρτα, εάν ήταν σπίτι,
ήταν το κλειδί, εάν ήταν πόρτα,
ήταν το κρασί, εάν ήσουν εσύ.
Μα πόρτα δεν υπήρχε δεν υπήρχε σκαμνί
η ομορφιά δεν ξέρει νόμους μόνο ορμή.

Με την σπίθα που μένει, εκεί που ανασαίνει κανείς
Με όσο κορμί του μένει ας χτίσει μια ψυχή.

*

©Σταυρούλα Γάτσου
φωτο©Στράτος Φουντούλης, “nico” 2010