Τσαμπίκα Βασιλειάδη, σαν δίχτυ μπλεγμένο με αβάσταχτη οργή -ποίηση

Αρχείο 05/03/2015

fav-3

ΠΤΩΣΗ

Ανοιχτά τα παράθυρα,
αφήνουν να περάσει κάθε ακτίνα του ήλιου μολυσμένη.
Χτυπά στο πάτωμα κι αφήνει τρύπες στον παράδεισο.

Μία χθεσινή φωτιά τρώει βλέμματα στο πέρασμα της.
Σ’ ένα δρόμο απόμακρο τα ξερνά.
Η στάχτη χορεύει στο ρυθμό τα’ ανήσυχου βοριά.

Είναι τούτη η μυρωδιά ανάστατη, τρυπάει το σώμα και σκουριάζει τα σωθικά.
Σαν έκρηξη… τινάζεται η αίσθηση και μένει στον αέρα, ταξιδεύει με νεκρά πουλιά.
Εκεί στο τέλος του αιθέρα γίνεται ο θάνατος κατάρα και ευχή του σατανά.

Λίγα δοντάκια κάτασπρα τρώνε κομμάτι κομμάτι τον πόνο και τον φτύνουν σε πέτρινο ποτάμι. Όποιος περάσει και γευτεί γεννιέται μέσα από σώμα βασανισμένο,
κάτω από ουρανό φουρτουνιασμένο.

Άφωνα πρόσωπα,
κλεμμένος εφιάλτης,
αυτοκτονούν μες το κενό πάλι και πάλι σαν κύκλος αυταπάτης.

Τα όνειρα μείνανε κλεισμένα στο σκοτάδι, δεν πήραν χρώμα κι ούτε υφή.
Γιατί αλλιώς, θα γίνονταν οι πράξεις καταρράκτες,
θα σκέπαζαν της όρασης κάθε ακτή.

Έτσι η πραγματικότητα,
σαν δίχτυ μπλεγμένο με αβάσταχτη οργή,
πνίγει την κάθε μέρα και προδίδει τον παράδεισο.

fav-3

ΕΜΕΙΣ

Οι άνθρωποι περνούν σαν τα στοιχειά, παχιά νυχιά, στο στήθος σου επάνω ξεψυχάνε.
Μια παρτίδα είν’ η ασπρόμαυρη μας ζωή.
Ένα πιωμένο κι από χέρι χαμένο παιχνίδι.
Το προσωπείο μας φοράμε και σύντροφος μας αιώνιος η άλογη σιωπή.
Όλοι απρόσωπα γελούν, εραστές κυνικοί και ακούσιοι φίλοι.
Σταλιά αισθήματος δεν μας αγγίζει.
Μια σάτιρα κακόγουστη με ατελή προορισμό.
Περιφερόμαστε άσκοπα με βήμα άρρυθμο και άτονο που τρίζει.
Φτιάξαμε ένα αψεγάδιαστο, κομψά διαμορφωμένο σκηνικό.
Θεατρίνοι μας αγκαλιάζουν καθημερινά.
Μια προβολή σε μια στιγμή αρρωστημένη.
Τα διαμάντια ερωτευόμαστε, οι τυφλοί, με λαγνεία στην καρδιά.
Κι εσύ ζωή απέμεινες σχεδόν μισητή, μα του θανάτου αγαπημένη.
Μόνοι ορίσαμε τα περιθώρια μας.
Ικετεύουμε σωτηρία από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Αγαπάμε αγνά την οργή της προτροπής στα τόσα δάκρυα μας:
«Άρπαξε τον κόσμο σου, και πέταξε τον στον γκρεμό!»

fav-3

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΑΜΠΗ

Χάρτινα πολύχρωμα κουτιά,
μας μεταφέρουν απ’ άκρη ως άκρη.
Κάνουν και κύκλους ίσως κι ελιγμούς καμιά φορά,
για να γλιτώσουν χρόνο -χρήμα- μια αυταπάτη.

Ρομποτικά ανθρωποειδή,
ρουφάνε ρεύμα σε πορνεία ξημερώματα.
Ξερνάνε εντολές μες το κεφάλι τους -είν’ ηδονή.
Υπακούνε γραμμές και ανέραστα σώματα.

Ο κόσμος σκηνικό -θα ‘λεγα- μεταλλαγμένο,
σαπίζει με τέχνη το χώμα και μένει αθαύμαστο.
Απλώνει ο ουρανός και ψάλλει μ’ ένα στεφάνι ηλεκτρισμένο,
τον βιασμό εξυμνείτε -αιδοίο άθραυστο- δικαιολογείται!

*
©Τσαμπίκα Βασιλειάδη
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Πλάκα 2011

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε