Γιώργος Γκόζης, Έχω μια αδελφή -1 [2015]

Αρχείο 3.8.2015

fav-3

Στα μέσα Μαρτίου του σχολικού έτους 1981-’82 ο Δάσκαλος του πρώτου τμήματος της έκτης τάξης του Δημοτικού εκείνου Σχολείου άγιος κύριος Γεωργιος Δομνηνός διαγνώστηκε με φλεγμονή του λάρυγγα, την οποία προκάλεσε η σκόνη της κιμωλίας σε συνδυασμό με τις πολύωρες παραδόσεις. Ο Ω-Ρι-Λά ιατρός του τού συνέστησε αφωνία για τουλάχιστον δύο εβδομάδες και ταυτόχρονη απουσία από το εκπαιδευτικό έργο, ώστε να μην υποτροπιάσει και να καταφέρει να διανύσει το υπόλοιπο της σχολικής χρονιάς. Μετά, βλέπουμε. Έτσι και έγινε και ο άγιος κύριος Δομνηνός έκανε από την επομένη κιόλας ημέρα χρήση της αναρρωτικής του αδείας. Μέχρι να επανέλθει, ο Διευθυντής του Σχολείου πρωτοπρεσβύτερος Μόσχος Ανεμοδουράκης αποφασισε εξ αιτιας και της εκτιμησεως προς το προσωπο του αγιου Γεωργιου του Δομνηνου να καλύψει εκ περιτροπής το τμήμα του όχι με έναν, αλλά με δύο συναδέλφους του: την κυρία Ιουλία και τον κύριο Γκάγκα, μοιράζοντάς τους ισομερώς κι εξ ημισείας τις διδακτικές ώρες του αναρρωνύοντος συναδέλφου τους.

Η κυρια Ιουλια ετυγχανε σύζυγος του Διευθυντού της σχολικης εκείνης μοναδας, επομενως δυο φορες διευθυντρια της. Εκείνη οριζε παρασκηνιακά τους υπεύθυνους των ταξεων εκπαιδευτικους. Εκείνη όριζε ποιοι μαθητες θα είναι στη σημαια. Εκείνη όριζε τις αποσπασεις. Εκείνη όριζε τα κενα. Εκείνη όριζε τις υπηρεσιες. Η δασκαλα Ιουλια Ανεμοδουρακη διεθετε εξαιρετικη ροπη προς την ανακυκληση της διαθεσης. Μεταβαλλόταν τοσο γρηγορα εναλλασσόμενη από τη μια στιγμη στην άλλη απ’ τα ψηλά στα χαμηλά κι απ’ τα πολλά στα λίγα, ώστε να δικαιολογει απολυτα το συζυγικο της επιθετο. Ήταν μια γυναίκα γλυκύτατη, οσο ένα ζουμεροτατο, γεματο χυμους λεμονι του Γενάρη, τοτε που το καταχειμωνο μεστωνει τα εσπεριδοειδη. Η πρεσβυτερα ειχε μια συμπεριφορα εντελως κοντρα στην αυρα του θερινου μηνα Ιουλιου του οποιου το ονομα εφερε: αν και ηλιολουστο, η ιδια παρεμενε ανήλια και δε χαμογελούσε ποτέ. Αν καλοκαιρινο, εξ επόψεως μετεωρολογικής παρεμενε σε μόνιμη βαση υποτροπικά μουντη, αλλά και με συχνότατες καταιγίδες. Οι μαθητες της μονο μπουμπουνητά άκουγαν να βγαίνουν από τα χειλη της, ενω συχνα ο στομας της ανεβλυζε υστερία με βροντες. Συνηθιζε να φορά στρογγυλά συρματινα επιπεδα γυαλιά και μια αγαπημενη της συνηθεια ηταν την ωρα της πρωινης προσευχης να κρατά το ίσο με το τακούνι της. Προτιμουσε πουκάμισα στο χρωμα του σάπιου μήλου. Οι πλισέ φούστες μακριες μέχρι τον αστράγαλο ήταν ένα must και τα μαλλιά της δεμένα σε έναν αυστηρό κότσο. Μαλιστα, τα συγκρατουσε με τοση ενταση πισω, σχεδον κοκκαλωμενα, ώστε η μελαχρινη της κόμη να μοιαζει με πομολο. Η συνειδητη της αλουσία εν ειδει ταπεινότητας εκανε το πομολο να στραφταλιζει σα λουστραρισμενο, ενώ οι νιφαδες της υπολευκης πιτυριδας της που στολιζαν το μονοτονα μαυρο τριχωτο της κεφαλης της ηταν εξαπαντος μια νοτα αισιοδοξιας. Η βαρυχειμωνιατικη κυρια Ιουλια παρακινεί εκ συστηματος τους μαθητες της να εξομολογούνται τακτικά. Κατά προτιμηση στην ενορία του συζυγου της. Κατά προτίμηση από τον ίδιο τον σύζυγό της. Επιτιμά όσους από αυτους τολμούν να παραδεχτούν ότι δυστυχώς, ναι, είναι μια θλιβερη πραγματικότητα: οι γονείς τους καπνίζουν. Αν για κακή τους τύχη καπνίζει η μητέρα, ειδικά αυτή, τότε τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα. Τους ζητά εδαφιαίες μετάνοιες και απαιτει  να  συναντησει και τους δυο  γονεις τους αυτοπροσώπως την ημέρα πού δίδονται οι έλεγχοι. Για οσα δε ατυχη παιδια η μοιρα ενεσκηψε βαρεια επι των κεφαλων αυτων και, αλίμονο, χωρισαν οι γονεις τους, η παιδαγωγικη επαρκεια, αλλα και η χριστιανικη αγαπη της κυριας Ιουλιας τα τοποθετεί ένα κλικ πριν το πυρ το εξώτερον: Τα βάζει Χί κεφαλαίο μεσα της και τα θεωρεί υπόθεση Χαμένη, εξ ου και το Χί αλλωστε. Ως μια πράξη συμπόνιας και μόνο, τα βαθμολογεί με τα ψιχία της μακροθυμιας της ίσα που να περνούν την τάξη, ακόμα κι αν είναι άριστα. Ως μια δευτερη πραξη συμπονιας και μονο, τους ελεεί με τον ιδιο τροπο που ριχνει στους επαιτες της Κυριακης μετα τη θεια Λειτουργια τα φραγκοδιφραγκα της αγαπης της: εκεινη ισταμενη αφ υψηλου, πάνω στα σκαλια του ναου κι εκεινοι κατω χαμηλα, γονατισμενοι στο πεζοδρομιο, βαθια χωμενοι, θα έλεγε κανείς μεσα στις τρυπες από τις σπασμενες του πλακες. Με κάποιο βύσμα, μεσον, δόντι ντε, πως το λενε, που είχε διαχρονικα στο Υπουργείο Εθνικης Παιδειας και Θρησκευματων επι των διαδοχικων κυβέρνησεων του Κομματος, ή καλύτερα, της Παραταξης της «Παλαιας Διαθηκης» με το γαλανολευκο όπως και το χρωμα της σημαιας της πατριδας χαρακτηριστικο εμβλημα της Καιόμενης Βάτου, κατάφεραν μαζί με τον σύζυγό της να υπηρετούν επι δεκαετιες μαζι στο ίδιο σχολικό συγκρότημα. Είχαν αυτό που έλεγαν συνωμοτικά μεταξυ τους ‘το γαλάζιο δόντι’. Βέβαια, το βύσμα στο κόμμα της «Παλαιάς Διαθήκης» τριάντα περίπου χρόνια μετά και ακολουθώντας την εξέλιξη της τεχνολογίας, από γαλάζιο δόντι μετονομάστηκε σε blue tooth.

Ο κύριος Γκάγκας ειχε κατά κόσμον βαφτιστει Κωνσταντινος από την αγαπη της οικογενειας του προς το Βυζαντιο και τις φιλομοναρχικες της τασεις. Με αυτό το αυτοκρατορικο ονομα τον προσφωνουσαν ολοι, οι συγγενεις, οι φιλοι, οι συναδελφοι. Ολοι; Θα ηταν απαραιτητο να εξαιρεσει κανεις τους μαθητες του. Εκεινοι αρκουνταν στο Κοκός, οπου Κοκός το παρωνυμιο του πρωην ανακτος τοσο της Ελλαδας οσο και ολων μαζι -θελανε δεν θελανε- των Ελληνων. Τί καταρράκωση όμως για την αυτεκτιμηση του κυριου Γκάγκα! Αντι να αναγορεύεται αυτοκρατωρ Κωνσταντίνος, αντι να μνημονεύεται στα διπτυχα της δικης του μικρης ηγεμονιας τουλάχιστον ως Βασιλέας ή εστω Βασιλεύς Κωνσταντίνος, εκείνος να παραμενει ένα απλως βασιλιας Κωνσταντινος, ενώ ακόμα και το βήτα κατρακυλησε από κεφακαίο σε πεζό. Τς, τς, τς. Αυτό ηταν ενας ωμος υποβιβασμος που όσο να ΄ναι, δυσκολα τον χωνευει κανεις, όπως αν είχε πετρα στη χολη. Εν τουτοις εκεινα τα κωλοπαιδα το Κοκος το εννουσαν σκετο, χωρις τιτλο ευγενειας προ του ονοματος. Προχωρουσαν μαλιστα ένα σαρδονιο βημα παραπερα, όπως συνηθιζουν αλλωστε να κανουν συχνα τα παιδια: ενώ ετεινε να επικρατει το Κοκός Γκάγκας, οριστικα κατέληξαν να τον αποκαλουν Μονοσυλλαβο: τοσο το ονομα οσο και το επιθετο του ηταν προφανές ότι στην κλητικη προσφώνηση περιειχαν μια μονο συλλαβη, η οποια πολλαπλασιαζομενη στο τετραγωνο, εδινε ως γινομενο το ονοματεπωνυμο του γαλαζοαιματου αυτου εκπαιδευτικου. Ο Μονοσυλλαβος δασκαλος λοιπον ήταν ερωτευμενος για πολλα χρονια, στη συνεχεια όμως αγαπουσε ουσιαστικα, βαθια κι ειλικρινα ενα ριγέ γκρίζο κοστούμι -προσοχη, όχι απλως γκρι, αλλα γκριζο-, το οποιο συνδυαζε με Υποκάμισο στο χρωμα του παγου καθως και μια κόκκινη, λεπτή μάλλινη γραβάτα. Όποιος γνωρίζει από γραβάτες κι έχει στο μυαλό του συνήθως τις μεταξωτές, άντε το πολύ και τις συνθετικές, χρειαζεται να γνωριζει πως οι μάλλινες είναι ένα είδος υπό εξαφάνιση. Σε ορισμένες ακραιες συγκυριες φοριούνται και σαν κασκόλ. Η συγκεκριμενη μάλιστα στην κάτω αριστερη της άκρη εφερε κεντημενο το λογότυπο της εταιρείας, έναν κρεμ αρχαιοελληνικο μαιανδρο. Ένα άλλο χαρακτηριστικο του Μονοσυλλαβου βασιλια Κωνσταντινου ηταν η φράντζα του η επιμελως ατημελητη, η  επιτηδευμενα μακριά σαν του ακουρευτου αλόγου, η φουντα της οποιας εμπαινε διαρκως μεσα στα ματια του. Για τον κυριο Κοκο Γκάγκα, η φραντζα του ηταν ο δεσμος του, η σχεση του, η ανθρωπος του. Οταν φυσούσε την ώρα της προσευχής, εκεινη ανεμιζε ανεμελα. Το χειροτερο όμως ηταν πως ανεμιζε ερημην του κυριου Γκάγκα. Αδιαφορουσε για το τι θα πει ο κοσμος, ερωτοτροπώντας ασυστολα με τον ανεμο,  σαλιαριζοντας μαζι του με παιδιαρισματα σαχλα. Ματαια ο κυριος Κοκός προσπαθουσε να την τιθασευσει εκεινη την αλλοπαρμενη, την τρελη, που ‘δινε βαση σε έναν περαστικο αερα, ο οποιος το μονο που ηθελε από αυτήν ηταν να την ανεβασει ψηλα, να τη γλεντησει και μετα να την προσγειώσει αποτομα στο μετωπο του νομιμου αφεντη της. Ματαια ο κυριος Γκαγκάς προσπαθουσε να μην την αφησει να πληγωθει την ωρα που εκεινη ανασηκωνοταν απροειδοποιητα να φυγει μακρια του. Για τον λογο αυτό τη συγκρατουσε με την δεξια του παλαμη πανω στο μετωπο του, γερνοντας ταυτοχρονα ολοκληρος και ο ιδιος, μπαταροντας αυταρεσκα προς τα δεξια, οπου και η φορά της χωριστρας του αλλωστε. Θα προτιμούσε αν ειχε τη δυνατοτητα να τη συγκρατει όχι με τα δαχτυλα, αλλα με ένα τσιμπιδάκι, ιδιο με εκείνα που φορούσαν οι μαθήτριές του. “Αχ, τριχες! Πού μυαλο βρε, τί να σας πω;”, απευθυνοταν σκωπτικα στις αφελειες του για την αφελεια τους. Όταν ηθελε να επιβληθει στη σχολικη αιθουσα, ενωνε τις παλαμες του αντικρυστα μπροστά από το στέρνο του όπως κάνουν οι ρωμαιοκαθολικοί ιεραποστολοι εν ωρα προσευχης και χτυπωντας τις σαν τα πιατίνια του ντραμς “Ησυχία, καλέ!”, ανέκραζε. Ο κύριος Κοκος Γκάγκας με καταγωγή από το νομο Φλωρίνης κι επιρροές από τον μητροπολιτη Μαρτίνο Ζαντιώτη είναι πνευματικό παιδί του πρωτοπρεσβυτερου Μόσχου Ανεμοδουρακη. Είναι επιπλέον οικογενειακος φιλος του ζευγους. Ήδη από τα φοιτητικα του χρονια είναι, μαζι με τον διευθυντη και τη συζυγό του, ενεργο μελος της ΒάΦΕΣ, ενος “ευαίσθητου εθνικα κύκλου”, όπως με ευγενικό και διακριτικό τρόπο αποκαλούνται οι ρατσιστικές ή εθνικιστικές, εν τελει οι μισανθρωπικες οργανώσεις.  

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ την επόμενη Δευτέρα 10 Αυγούστου

©Γιώργος Γκόζης
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com