Θοδωρής Νταλούσης, Ο Μασκοφόρος (Εκδόσεις Φαρφουλάς), του Γιώργου Σαράτση

Αρχείο 05/08/2015

fav-3

«Η ζωή δεν έχει νόημα και η τέχνη αναλαμβάνει να δείξει αυτή την απουσία νοήματος, τα κενά της δαντέλας -όπως έλεγε ο Αραγκόν- που έχουν μεγαλύτερη σημασία από την πλέξη. Και στη συνέχεια να καλύψει αυτά τα κενά, όχι με μία εξιδανίκευση που ωραιοποιεί, αλλά με μία ανάδειξη της ομορφιάς, συχνά άσχημης, μέσα στο τετριμμένο, το ζοφερό, το άγριο, το αμετάκλητο», αναφέρει ο Roberto Bolaňo στο έργο του Τηλεφωνήματα∙ και συνεχίζει: « Η τέχνη δεν μπορεί να σώσει τίποτα και κανέναν. Δεν μπορεί καν να χαρίσει την ευτυχία, διότι δεν υπάρχει ευτυχία. Υπάρχουν στιγμές διάσπαρτες στο χρόνο, τυχαία κατανεμημένες, που δικαιώνουν με το ελάχιστο φως τους τη σκοτεινιά του βίου. Ανάμεσα σ’ αυτές, ένα καλό βιβλίο, ένας ωραίος στίχος, έρωτες, φιλίες και η ανάμνησή τους…» Αφορμή για τα παραπάνω το πρώτο βιβλίο του Λαρισαίου Θοδωρή Νταλούση με τίτλο Ο Μασκοφόρος από τις εκδόσεις Φαρφουλάς. Μία αξιόλογη συλλογή δεκατριών διηγημάτων γεμάτα ενδιαφέρουσες εικόνες και περιγραφές.

Οφείλω να  ξεκαθαρίσω ότι, παρά τη γενικότερη δυσανεξία μου στα εκτενή αφηγήματα, το βιβλίο του Νταλούση το απόλαυσα. Το διάβασα μάλιστα μονορούφι ταξιδεύοντας προ μηνών με τον ηλεκτρικό από Λάρισα για Θεσ/νίκη. Στις σελίδες του αντίκρισα παιδικούς έρωτες και τραυματικές εμπειρίες, φιλίες όμοιες με τιμωρίες και εκδικήσεις που τρώγονται κρύες. Ο Μασκοφόρος, το πρώτο κατά σειρά διήγημα της συλλογής, με συγκίνησε. Σα να αντίκρισα τον εαυτό μου στα παιδικάτα του, ντυμένος στα μαύρα με σπαθί και μπέρτα του Ζορό. Ο Αστακός μου θύμισε περιγραφές του συγγραφέα απ’ το παρελθόν του ως μάγειρας και το στρες της άθλιας εργοδοσίας και εκμετάλλευσης: «Αυτοί που είναι γεννημένοι εργάτες, είναι γεννημένοι ένοχοι. Η ενοχή είναι η ηθική του καλού εργάτη, είναι η αρετή του. Μέχρι και η πρόσληψή του είναι αμαρτωλή», μονολογεί ο ήρωας του Νταλούση.

Λίγες σελίδες μετά οι Μεθυσμένες Αγγλίδες, η ανίκητη καύλα, το γυναικείο πρότυπο εξαπάτησης και το αιώνιο πρότυπο του ανδρικό ξεχαρμανιάσματος: «(…) Πιάνω έναν τύπο που κάθεται μόνος του λίγο πιο πέρα και του λέω ορθά κοφτά: «Φίλε, χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Βλέπεις αυτή την κοπέλα που κάθεται μόνη στο μπαρ; Πρέπει να πας ΤΩΡΑ να της πιάσεις κουβέντα». «Ποια, ρε φίλε;». Κοιτάει για λίγο. «Αυτό το μπάζο; Γιατί;». Του εξηγώ βιαστικά πώς έχει η κατάσταση. «Έτσι, ε;» λέει αποδοκιμαστικά και συνεχίζει. «Ρε τις πουτάνες τι σου κάνουν. Εντάξει, θα το προσπαθήσω». Αθάνατη αλληλεγγύη μεταξύ ομοφύλων. Σε κάτι τέτοιες στιγμές φαίνεται ο αληθινός άντρας. Και επειδή στις μέρες μας η πλειονότητα των αρσενικών απαρτίζεται από μαμάκιδες, χέστηδες και πούστηδες, αισθάνθηκα πολύ τυχερός εκείνη τη στιγμή που είχα τη στήριξη αυτού του άντρακλα».

Σάστισα διαβάζοντας το Freak show. Εικόνες οικείες ενός τηλεοπτικού εξευτελισμού, διαδέχονται τη θλίψη της ελληνικής επαρχίας και την ασθένεια που περιφέρεται από τηλεοπτικό πλατό σε τηλεοπτικό πλατό, ισοπεδώνοντας την όποια αίσθηση ανθρωπιάς.  Το δολερό σκυλί, η βία κατά των ζώων, τα ναρκωτικά, οι ψυχασθένειες, η Αννούλα, η πραγματικότητα του ονειρικού, ο σχολικός εκφοβισμός και έρωτες απ’ το πουθενά. Γλαφυρές περιγραφές στο διήγημα Πιστεύετε στον Ιησού Χριστό; – μ’ ένα σώμα σε προχωρημένη σήψη από την επήρεια των ουσιών. «Οι μέρες επαναλαμβανόντουσαν, οι άνθρωποι επαναλαμβανόντουσαν, όλα γυρνούσαν γύρω από τον εαυτό τους. Λόγια, συζητήσεις, χαιρετούρες, λόγια. Το νταραβέρι με τους υγιείς ανθρώπους δεν προσέφερε καμία έκσταση, καμία ηδονή. Ανέμενες με το χέρι απλωμένο, μέχρι που ο χρόνος σερνόταν σε μια ανιαρή και βραδυκίνητη πορεία προς το τίποτα. Βαρετές συζητήσεις, άσκοπες χαιρετούρες. Η πεδιάδα της ζωής αναφρόδιτη. Διαβρωμένα εδάφη και ωκεάνια ερέβη στην πέτρα της ανίας. Από τη μια αυτή η καταθλιπτική πεδιάδα, απ’ την άλλη εσύ, στο σημείο μηδέν, στην κορυφή του κατάλευκου χειμωνιάτικου όρους, με απλωμένο το χέρι σαν απόπιμα που εκκρεμεί. Μόνο το επόμενο πιόμα, μόνο αυτό έδινε μια στάλα χαράς στο τοπίο. Και στην επόμενη υποτροπή βουτούσες από την κορυφή με μια ξεχαρβαλωμένη πιρουέτα στο χορό της επανεκκίνησης, στον επόμενο άσπρο πάτο».

Ο Νταλούσης κατάφερε να τα χωρέσει όλα σε λιγότερες από 90 σελίδες. Ακόμα και την μετανάστευση, την μοίρα των ξένων, την βουβαμάρα της αυτιστικής μας κοινωνίας: «Κάποιοι άνθρωποι διασταυρώνονται τυχαία και παραγκωνίζουν ο ένας τον άλλο. Κάποιοι άλλοι συσπειρώνονται κάτω απ’ τα στέγαστρα. Μιλιούνια οι φάτσες, γεμίζουν την κεντρική οδό. Όλες χλωμές, μέσα σε χειμωνιάτικα σκουφιά, με κατακόκκινες μύτες και υγρά μάτια. Φάτσες σφιγμένες απ’ το κρύο, φθαρμένες απ’ τα βάσανα. Παρατηρώ τις μαχητικές τους εκφράσεις. Όλα τα αντέχουν, τα πάντα υπομένουν. Πορεύονται κόντρα σε όλες τις καιρικές συνθήκες προκειμένου να φτάσουν στη δουλειά για το μεροκάματο. Να τες. Ξεφυτρώνουν από παντού, ξεχύνονται με ορμή προς όλες τις κατευθύνσεις. Και άλλες σταγόνες και άλλη βροχή και άλλες φάτσες. Τραβούν μπροστά και δεν χαμπαριάζουν τίποτα. Η βροχή δυναμώνει. Τα φρεάτια χωλαίνουν. Οι φάτσες σφίγγονται και επιμένουν».

«Ο αναγνώστης», αναφέρει ο Σωτήρης Παστάκας στην Ιδανική του βιβλιοθήκη, «αν δεν κατασπαράξει τα βιβλία του, δεν είναι αναγνώστης. Ας δοκιμάσει την επόμενη φορά να γίνει ακαδημαϊκός, δάσκαλος ή βιβλιοθηκάριος». Και χωρίς τον φόβο της κινδυνολογίας, δηλώνω ευθαρσώς ότι Ο Μασκοφόρος του Θοδωρή Νταλούση κατασπαράζεται ωμός και με τα κόκαλα. Γευτείτε τον!

*

©Γιώργος Σαράτσης