Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο πόνος του Κλήδονα [2015]

Αρχείο 7.8.2015

fav-3

Παραμύθι εθνικό, σε πράξη αιώνια

Οι τρεις νεότερες απ΄τις κόρες του μικρού οικισμού φρόντισαν μ΄επιμέλεια τα διαδικαστικά. Το πήλινο δοχείο, τ΄αγαπημένα εκείνα αντικείμενα που εμπιστεύεται κανείς μονάχα στην απεραντοσύνη μιας τέτοιας νύχτας, το λεπτό, κόκκινο ύφασμα. Έπειτα τριγυρνώντας τους πέτρινους, αυτοσχέδιους δρόμους έφθασαν σε κάθε σπίτι. Συνέλεξαν το κλειδί, το μήλο, το δαχτυλίδι, μικρά, χάλκινα απ΄τον καιρό της Ηγησούς. Το επόμενο πρωινό φάνηκαν έξω απ΄τα σπίτια. Είπαν ευχές και αποκάλυψαν το σχήμα που επιφύλασσε η νύχτα στα μικρά, τ΄ανείπωτα δώρα. Ύστερα, ανασύρθηκαν οι καθρέφτες και το φεγγαρένιο φως και χίμηξαν οι ζωές μας μες στις στέρνες και τα θαύματα.

Κλειδώνουμε τον κλήδονα μ΄ένα μικρό κλειδάκι
Κι αποής τον αφήνουμε έξω στο φεγγαράκι

Η γριά, μαθημένη στα όνειρα και τους χαλασμούς γίνηκε μέδουσα, πνιγμένη τόσους αιώνες. Και είδαν τα ονόματα των αγαπημένων, τα οράματα, τα μυστικά των κοριτσιών αισθήματα. Ανοίχτηκαν έτσι οι βασιλικές οδοί που λεν τα παραμύθια και έφθαναν ο ένας μετά τον άλλον χρησμοί και φαντασίες λεπτότατες που μόνο οι ποιητές και οι αλαφροίσκιωτοι γνωρίζουν να ερμηνεύουν.

Μήλο βαλα του κλήδονα τρία γαρυφαλλάκια 
Και του καιρού να΄μια καλά, να βγάλω κυσαράκια

Είδαν λέει, τις κυκλαδίτικες εκκλησιές, τους αρχαίους νερούς και τις άγιες εκείνες αισθήσεις σαν μες στα νερά, να χάνουν και να κερδίζουν την παλιά τους όψη. Φάνηκαν όλου του κόσμου οι πτυχώσεις και οι κίονες και το χάρτινο ρόδο. Και ακόμη ένας ελάχιστος έρωτας με τα δυο του ακμαία φτερά στο πλευρό της Αφροδίτης. Κάποιες τρόμαξαν, χυθήκαν στις ερημιές με δάκρυα στα μάτια. Άλλες απέμειναν έτσι βρεγμένες, όπως τότε μετά απ΄τις βροχές και τις αναχωρήσεις. Ένα ένα τ΄αντικλείδια  λάβαν τ΄αληθινό, το τρομερό τους σχήμα.

Έφθασε η ώρα και η στιγμή και ο κλήδονας ανοίγει
Και κάθε μιας το ριζικό στα φανερά ξανοίγει.

Η μικρότερη απ΄τα κορίτσια πλησίασε τελευταία στο πλάι της γριάς μάντισσας. Ωραίο, καθάριο νερό των πηγαδιών, απ΄τις πηγές που κατεβαίνετε, είπε εκείνη. Επανέλαβε και άλλες προσευχές για ζωές παθητικές που τραγουδιούνται καταμεσίς ενός μυστηρίου μεσημβρινού. Τ΄αντικλείδι γίνηκε ελιά, καράβι και βαθύ, γαλάζιο χρώμα των αιγαιακών κοριτσιών και ενός ονείρου πελασγικού, χαμένου. Στην επιφάνεια των νερών ναοί ζωγραφισμένοι μια ολόκληρη ζωή, δίχως καμιά δεξιοτεχνία, παραδομένοι στο φως, στο φως σαν τις λάμψεις και τους κρατήρες στο πρόσωπο μιας μικρής μ΄όνομα αρχαίο, ελληνικό, χρόνια και χρόνια προδομένη έξω απ΄τα εργοστάσια του γκαζιού.

Πίσω της, πλάι της, παντού άνθιζαν ροδακες, πλίνθιοι, κυμάτια, αστράγαλοι.

*

©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Αντίπαρος, Αύγουστος 2015

vintage_under2