Νίκος Λαζαρίδης, Μισοσβησμένος κύκλος

Αρχείο 11/12/2015

fav-3

Εκείνη τη μοιραία ημέρα ο ήλιος δεν ανέτειλε. Η σελήνη βιάστηκε να πάρει τη θέση του πίσω από το βουνό, μα γρήγορα το μετάνοιωσε. Ήταν ήδη αργά, και χλωμή τώρα έπρεπε να περπατήσει το χιλιοπατημένο μονοπάτι που οδηγούσε στο απόμακρο, σκοτεινό δάσος. Έκανε συχνά την ίδια διαδρομή, και είχε το ίδιο πάντα αποτέλεσμα: όταν περνούσε στην άλλη πλευρά, στον κόσμο των σκιών, ό,τι έγνοιες και ανησυχίες την ταλαιπωρούσαν μέχρι τότε, έσβηναν με ένα ανεπαίσθητο «τσαφ». Και γινόταν ένα με την επιβλητική σιωπή. Χαλάρωνε το κορμί της, και τα βήματά της, βαριά πια, συντονίζονταν με τους γύρω αργόσυρτους ψίθυρους.

Καθώς ξεμάκρυνε από την πόλη εκείνο το χάραμα, ανακαλούσε μέσα της κομμάτια από τη χθεσινή τους συζήτηση. «Η πόλη μας δεν είναι όπως ήταν. Σιχαίνομαι να περπατάω στα βρώμικα πεζοδρόμια, να σφίγγω λιγδιασμένες παλάμες, να μετράω ασυναίσθητα τις ατέλειες που συναντώ μέχρι να πάω στη δουλειά. Θυμάσαι πώς ήταν παλιότερα;» Θυμόταν, ναι. Μα δεν νοσταλγούσε εκείνες τις μέρες που οι δυο τους χαϊδεύονταν μυστικά, και ανυπομονούσαν να ξεγλυστρήσουν από τα μάτια του κόσμου, να βρουν το επόμενο κατάλληλο μέρος για να κρυφθούν. Όχι, το προτιμούσε τώρα που δεν αγγίζονται τόσο συχνά. Το προτιμούσε τώρα που ζούσαν τη ζωή τους μαζί με τους άλλους. Αλλά αντί, με μια απότομη κίνηση (όπως το σχεδίαζε στο νου της), να ξεφλουδιστεί μπροστά του και να του αραδιάσει με αυθάδεια τις σιωπηλές της εικόνες, βιάστηκε να συμφωνήσει μαζί του και να του υποσχεθεί: «Αύριο δεν είναι τα γενέθλιά σου; Θα τα διορθώσω όλα.» Και έτσι, σκόπευε μόλις τελείωνε με τη μοναχική της δραπέτευση, να έσπευδε να ξεκινήσει με την κεντρική οδό. Θά ’φερνε ένα κύκλο όλη την πόλη, και άμα χρειαζόταν, ξανά και ξανά, μέχρι να συμμάζευε και το τελευταίο ίχνος της απελπιστικής τους ακαταστασίας…

Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του έβλεπε μια αλυσίδα χρωμάτων: κόκκινο, κίτρινο, λευκό, καφέ, πράσινο. Εναλλάσσονταν κάθε πέντε δευτερόλεπτα, σαν λάμψεις απόκοσμες, κλεφτές ματιές σ’ έναν κόσμο όπου τα χρώματα είχαν συνωμοτήσει σαν άτακτα παιδιά και είχαν καταφέρει να κρύψουν σε κάποιο συρτάρι, πριν γυρίσουν οι γονείς τους σπίτι, όλες τις λεπτομέρειες της προηγούμενης, άχρωμης ζωής τους. Ήταν κάτι φαντασμαγορικό, στα αλήθεια. Αλλά κάθε φορά που άνοιγε τα μάτια του, τού ‘λειπε εκείνος ο μαγικός κόσμος. Κοιτούσε τότε μπροστά του σαν υπνωτισμένος, το τσάι που είχε παραγγείλει, την διπλωμένη εφημερίδα. Και όταν τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι, σκόνταφτε πάνω στην γύρω, ψεύτικα τακτοποιημένη πραγματικότητα. Απέφευγε τα πολλά πολλά μαζί της και γρήγορα κάρφωνε το βλέμμα του πάνω σε κάποιο αναρριχώμενο φυτό, ή στο μικρό πουλί που τιτίβιζε κρυμμένο, ή σε καμιά σημαία που ανέμιζε ελεύθερα, ένα με τα άτακτα ξεφυσήματα. Μα ακόμη και αυτά δεν τον τραβούσαν για πολύ, και χωρις δεύτερη σκέψη, έκλεινε ξανά τα μάτια και βυθίζονταν στη μελέτη των χρωμάτων. Έτσι, εκείνο το σκοτεινό πρωινό, καθόταν με σφαλιστά τα βλέφαρα, όταν ένιωσε δισταχτική μια παρουσία δίπλα του. Τον χάιδευε ελαφρά στην παλάμη που είχε αφήσει ανοικτή πάνω στην καρέκλα. Και προχωρούσε τολμηρά στον καρπό τώρα, γαργαλώντας στο πέρασμά της, ένα παρατεταμένο άγγιγμα που είχε μπλεχτεί με τα χρώματά του, είχε γίνει και αυτό ένα χρώμα απαλό, ιδιαίτερο. Από περιέργεια άνοιξε τα μάτια του αργά, για να μην την τρομάξει: ένα λευκό χαρτάκι, τσαλακωμένο, στροβιλίζονταν πάνω από το χέρι του. Τό ‘κλεισε μέσα στα χέρια του τρυφερά και τό ‘νοιωσε μεμιάς να ηρεμεί. Πάνω του κουβαλούσε αυτές τις μοναχικές φράσεις:

«Σπασμένη λάμπα δίπλα στο παγκάκι.
Ξεβαμμένος πυροσβεστήρας.
Σκισμένη σακκούλα στον κάδο.
Πεταμένο μπουκάλι μπροσ
Σβησμένη πινακί
Λεκές μπογιά
Χαλασμ
Κατ»

Μυστήριο. Μια λίστα από ασήμαντα πράγματα. Ασήμαντα; Θυμήθηκε ξαφνικά που πέρασε εχθές το βράδυ δίπλα από μια σπασμένη λάμπα κοντά στο σπίτι. Την πρόσεξε, γιατί δύσκολα συναντούσε κανείς κάτι σπασμένο στη γειτονιά του. Ήταν κάτι τόσο μηδαμινό, και όμως τού ‘φτιαξε το κέφι μονομιάς. Κάτω από το δυνατό φως της σελήνης λαμπύριζαν πράσινα κομμάτια από γυαλί. Την φύλαξε εκείνη την απόχρωση για αργότερα, όταν θα την πρόσθετε στην συλλογή χρωμάτων του. Πήγε να ξανακλείσει το χαρτάκι στις παλάμες του, αλλά τότε μόνο πρόσεξε ότι εκείνο είχε ήδη ξεφύγει και χοροπηδούσε ρυθμικά πάνω στην πίσω ρόδα του ποδηλάτου που μόλις είχε περάσει με φόρα από μπροστά του. Σηκώθηκε να το κυνηγήσει, έσπρωξε με ορμή το τραπεζάκι, έπεσε το φλιτζάνι, χύθηκε το τσάι, ένα ποτάμι χρωμάτων που τον ακολούθησε κατά πόδας, μέχρι που έστριψε στην γωνία ανυποψίαστος.

Δέκα βήματα παραπίσω, το μισοσκόταδο έκρυβε μουδιασμένα μέλη και ένα στεγνό κλάμα. Εξαντλημένη εκείνη είχε σωριαστεί στην άκρη του πεζοδρομίου, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της. Τέσσερις φορές είχε κάνει τον κύκλο της πόλης και κάθε φορά που τον ολοκλήρωνε, αντιλαμβάνονταν καινούργιες ατέλειες. «Δε μπορώ άλλο. Σταματάω», παραμιλούσε. Δεν έκλαιγε για αυτό, όμως. Φοβόταν το σκοτάδι στην πόλη. Της θύμιζε τα μυστικά ραντεβού τους που μύριζαν μουχλιασμένες επιθυμίες. Σηκώθηκε αργά, με κόπο. Στηρίχθηκε στο κοντινότερο παγκάκι. Μα τη στιγμή που πήρε την απόφαση να φύγει, δύο κρύα χέρια έσφιξαν με δύναμη τα δικά της και μαρμάρωσε:

«Ορκίσου ότι θα σταματήσεις αυτό το βρώμικο παιχνίδι.
(Το χέρι του χάιδεψε φευγαλέα το πρόσωπό της.)
Η Αλήθεια είναι μια μαύρη γάτα, κλειδωμένη σε σκοτεινό δωμάτιο χωρίς παράθυρα.
Και η Δικαιοσύνη είναι τυφλή.
(Κάπου το είχε διαβάσει αυτό.)
Ξέρω ότι είσαι κουρασμένη.
Θα βρούμε μαζί μια κουβέρτα,
Μεγάλη αρκετά για να σκεπάσουμε όλη την πόλη,
Και να την βάλουμε για ύπνο.
Μαζί της και μεις.»

Με ό,τι δύναμη της είχε απομείνει τον έσπρωξε μακρυά της. Πετάχτηκε στο δρόμο ζαλισμένη και χωρίς να πει τίποτα, άρχισε να απομακρύνεται. Εκείνος απέμεινε σκυφτός να την κοιτάει. Κάθε βήμα που έκανε άφηνε πίσω του ένα χρωματιστό, απροσδόκητο αποτύπωμα.

*

©Νίκος Λαζαρίδης
Θεσσαλονίκη-Σακραμέντο, 2/8-23/10/2015

φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com