Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Χωρίς να σε προσμένω πια [2016]

Αρχείο 12.1.2016

fav-3

[Έχω απ΄τα μεσάνυχτα πνιγεί
Χίλια μίλια
Πέρα απ΄τις Εβρίδες]

Εσέ που δεν σου πρέπει στέρεα γη

Τα μαραμπού ταξιδεύουν κάθε χρόνο. Τραβούν δυτικά, διανύοντας απέραντα, θαλασσινά μίλια. Γι΄αυτό πάντα στα νέα που μου στέλνεις με τις καρτ ποστάλ υπογράφεις με τούτο το όνομα. Και εγώ που ποτέ δεν θα σε γνωρίσω στ΄αλήθεια παίρνω τον καιρό απ΄τα δυτικά, πλέοντας ξωπίσω σου με την αποφασιστικότητα ενός πιστού.Είναι δαιμόνια εκείνα τα πουλιά που σε έζωναν  μαρτυρώντας το στίγμα σου. Από τον καιρό που πέρασες γλεντώντας στην Βαρκελώνη έχω να λάβω νέα σου. Συχνά ψιθυρίζω το όνομά σου, πρώτη φορά να σε αγαπάω, λέει μ΄όλη μου την καρδιά κάπου στα ανοιχτά ενός μέρους μυθικού σαν την Μπατάβια. Τρελός λέω το όνομά σου, τρεις συλλαβές γεμάτες από έρωτα και σταγόνες της ανθρώπινης υγρασίας.

Απόψε μια βραδινή εφημερίδα ανακοίνωσε πως το Roma πέρασε τα στενά του Μαγγελάνου και το σήμα του σβήστηκε. Έψαξαν παντού μα γρήγοραεγκατέλειψαν τις προσπάθειες.  Οι γηραιότεροι είπαν αν το θέλει ο θεός θα φανεί  μετέωρο πάνω στα νερά και πάλι με τις σημαίες του, τα όργανα, τον τιμονιέρη του στην αιώνια, βραδινή του βάρδια, ακολουθώντας τις μοίρες και τις γραμμές των παραλλήλων. Αν ποτέ χαθείς, σκέφτομαι και παύουν όλες οι φασαρίες στη γειτονιά.

Σε ονειρεύομαι με τη μεγάλη στολή του ασυρματιστή, γυρεύοντας σήματα αδέσποτα μες στους άγριους καιρούς μας. Στους δρόμους της παλιάς Αλεξάνδρειας, ψάχνοντας για ουρανό ανάμεσα στα ερείπια και τα δίχως τοίχους πορνεία. Έπειτα κάθιδρο στην κουβέρτα καπνίζοντας και αποχαιρετώντας τις βιβλιοθήκες, τα κορίτσια του ναύλου, ντυμένο με τα πολύχρωμα κιμονό που σου εμπιστεύτηκε ένα κορίτσι υδρία απ΄τα νησιά των Φιλιππίνων με όνομα μονοσύλλαβο, από έρωτα. Και ξανά μες στην κουκέτα σου, γράφοντας ποιήματα, κώδικες, σημειώματα στους λιγοστούς συγγενείς σου και τις φανταστικές ερωμένες.

Και είναι τότε που ξυπνούν τα πνεύματα ψηλά στα χέρια σου, πνεύματα που κατοικούν άλλα λιμάνια. Όταν θα σε δω θα σε περιβάλλουν βυθοί, κοχύλια, χρόνια, φύκια και η ταπεινή μοίρα των πολύ σπουδαίων ποιητών. Θα σε ρωτήσω για την πορεία μας, θα σφίξω το χέρι σου, θα ρωτήσω για τις μέρες και τις νύχτες, λατρεύοντας τα παραλιακά φώτα που κάτι χάνουν, κάτι κερδίζουν μες στους θυελλώδεις ανέμους. Και εσύ γελώντας θα μου χαρίσεις τα ποιήματά σου που έχουν γεννηθεί στα νερά εδώ και αιώνες. Ποιήματα για τοπία θαλασσινά, του ονείρου, στίχους που κατοικούν πάντα το φτερό του καρχαρία και τις ΠροποντίδεςΕσύ τάχα θα με ρωτήσεις μ΄αγωνία για τον Πειραιά, την Αθήνα, για τα παλιά σου στέκια που δεν άντεξαν και παραδόθηκαν στις φλόγες του καιρού. Τα σήματά σου ασθενικά και το πλοίο βυθισμένο στ΄ανοιχτά του Σκαραμαγκά. Γεμάτη η κουκέτα σου μορφές αγαπημένες, όλο ομίχλες και σαρκοφάγους.

Τα μαραμπού ταξιδεύουν κάθε χρόνο προς τη δύση. Σαν άλλες πεταλούδες μονάρχες, σκορπούν τις καινούριες γενιές σ΄αυτά τα σκληρά , επικά ταξίδια. Πάει καιρός που δοκίμασα να σε κρατήσω. Όμως εσύ γεννήθηκες για τα νερά και σαν θύμα πεδίων μαγνητικών γνέφεις απ΄τα ρέλια με το λευκό σου μαντήλι. Ο πιλότος δίνει την πορεία και τα ποιήματα που κοιμούνται κάτω από τις σωρούς των σκραπ έρχονται και πάλι στο φως. Κάτω από τροχούς, ελάσματα και ωκεάνεια ρήγματα φθάνουν κατά κύματα οι παλιές σου φωνές. Μαραμπού, Πούσι, Φάτα Μοργκάνα, σκηνές απ΄την παλιά Αθήνα, οι φίλοι που σώζονται πια μονάχα στα φιλμ της αποφοιτήσεως και άγνωστο πώς, απόψε σε περιέχουν. Να στέλνουμε λέει τα SOS, να οδυρόμαστε και οι άγριοι ωκεανοί, απροσπέλαστοι να καταπίνουν τα κορμιά μας, το ένα μετά το άλλο μες στα βαθιά τους χάσματα που ήταν πάντα κάτι ανάλογο των εποχών.

Από σένα μονάχα χάλκινες παγόδες, περισκόπια και ένα ανίκητο ποίημα για τις μακρυσμένες Εβρίδες.

*

©Απόστολος Θηβαίος