Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα από τη νέα συλλογή ‘Εκτός εαυτού’ [2016]

Αρχείο 13.1.2016

 

Εκδόσεις Στοχαστής –κυκλοφορεί

fav-3

ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟ

Μεγάλα λόγια σαν σπάσιμο γυαλιού ξεθύμαναν στις πλατείες
Κατάφωρη παραβίαση των κανόνων δόμησης του ήλιου
Πλεκτάνη η αγάπη σου με θραύσματα χιονιού
Ανέκοψε τη σταθερή πορεία μου προς τον ουρανό.
Η νύχτα πια έχει το σχήμα του χταποδιού
Που εκτοξεύει μελάνι και βιτριόλι στα μάτια.

Ακούμπησα σε μια σκιά, παρά πόδα κρατώντας τη θλίψη
Αγκάλιασα το θάνατο καθώς επέστρεφε απ’ τη συναγωγή
Το όπλο εκπυρσοκρότησε και μοναξιές γέμισε το δωμάτιο
Δεν ήταν όλες δικές μου – κι η άνοιξη είχε συμμετοχή.

Αράδιασα στο τραπέζι απαρχαιωμένες μνήμες
Έκανα τόπο να περάσει το άρμα της τύψης
Υποχρέωσα το παρελθόν να οριοθετήσει το άπειρο
Που κρύβεσαι τους χειμωνιάτικους μήνες.

Έξω απ’ το παράθυρο το μέλλον έπαιζε φυσαρμόνικα
Μετρώντας από τώρα τους δικούς του νεκρούς.

*
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Παραδόξως σκέφτομαι πως έγινα πουλί
Κι άρχισα να περπατάω στον ουρανό.
Στο δρόμο μου συνάντησα ανθρώπους
Πάνω σε ποδήλατα να τρέχουν
Αποφεύγοντας με ζικ ζακ τα σύννεφα
Σκυλιά με κεφάλι φεγγαριού
Που μόλις είχαν σχολάσει
Απ’ τα εργοστάσια της κόλασης
Κι έναν επαίτη σε μια γωνιά
Να μετράει άστρα απ’ το καπέλο του.

Νόμιζα πως ήμουν νεκρός
Πως είχα χάσει την οπτική επαφή με τη γη.
Δεν μπορεί, λέω, κάποιος δαίμονας θα με εξαπατά.
Αλλά σε λίγο είδα τον πατέρα μου να πλησιάζει
Βγαίνοντας μέσα απ’ τη φωτογραφία
Νέος κι αγέρωχος σαν έφηβος
«Τι θέλεις εδώ;» μου είπε
«Τίποτα, ήρθα να σε επισκεφτώ
Δεκαπέντε χρόνια λείπεις
Και νόμιζα πως έγινες πουλί».

*
ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

Απολύτως ειλικρινής ο σερβιτόρος
Αντί για ούζο μου έφερε μελάνι
Κι ένα μεζέ από ζωντανά ψάρια
Που γλιστρούσαν πάνω στην οδοντογλυφίδα.
Στο διπλανό τραπέζι καθόταν ο άνεμος
Άρτι αφιχθείς απ’ την τρικυμία
Μεθούσε με κάτι αλμυρά ποτά και συζητούσε
Για τις ατυχείς προβλέψεις της μετεωρολογίας.
Πρέπει να μέθυσα κι εγώ εκείνο το βράδυ
Γιατί έξω απ’ το μαγαζί έβλεπα ένα καράβι
Να δημιουργεί μποτιλιάρισμα στο δρόμο.
Εξάλλου άρχισα να χορεύω πάνω σε κύματα
Ενώ γύρω απ’ τα τραπέζια
Εκβράζονταν πνιγμένοι θαμώνες.

Το πρωί, απολύτως ειλικρινής ο σερβιτόρος
Αντί για καφέ μου έφερε ιώδιο με λίγο λεμόνι
Για να ξορκίσει τον πονοκέφαλο.