Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, 7/20 κείμενα για την αφαλάτωση [2016]

Αρχείο 17/03/2016

fav-3

1. κυνισμός
Το σπίτι αυτό είναι δεντρόσπιτο. Η ουσία του είναι δέντρο, το αίμα του είναι λευκό φως, τα μάτια του νυκτόβιες σφαίρες. Στα πυρίμαχα βράδια του, η απόδραση των εδώδιμων πετεινών, εμφανίζεται ως μια διαρκής, ανάερη, ενδεχόμενη φυγή. Η οποία ουδέποτε πραγματοποιείται. Οι ένοικοι αυτοτελείς, απορροφούν το χρόνο με τα κόκαλα, και η σκληρότητά τους, διατηρείται ως δομή και ως περιεχόμενο. Τραχιοί άνθρωποι, κανόνια βεβαιότητας. Η υγρασία προστίθεται στα αυτιά τους και τα στρίβει. Γύρω τους πετούν, μυγάκια, σκώροι, πειραματικοί ομοφυλόφιλοι, επαγγελματίες ουμανιστές, τελειωμένα πρεζάκια και ευσυγκίνητοι φιλόζωοι. Όλοι σε απόσταση αναπνοής. Που και που οι ένοικοι τινάζουν τη γλώσσα, κι όποιον πάρει ο χάρος.

2. αρχή διατήρησης της ύλης
Ο περιορισμός τους, στα σύνορα του αισθητού, χαρτογραφεί την περιοχή του αναίσθητου. Γι αυτό και οι μέρες τους έτσι καταγράφονται: άχρονες και σκοτεινές, με κρύο γάλα και παξιμάδια, ως διερευνητικά εργαλεία θρησκευτικού εξαγνισμού, ή ως πειράματα ρευστοποίησης της επαγωγικής αλήθειας. Όταν αστράφτει πριν τη βροχή, μια γλυκιά πούδρα από σταγόνες ξαπλώνει στη βορεινή βεράντα, ενώ ένας συνεχής διάλογος με το κρύο και τις πηχτές μυρωδιές απ το μαγείρεμα, εξελίσσεται. Τα υπόγεια δονούνται από κυματικό στόμφο, τα υπερώα από μια σχεδόν γενετήσια παρόρμηση να εξέχουν. Η θάλασσα μπροστά, αντιγυρίζει το νερό που διαφεύγει απ’ την εξάτμιση, μια Βαλτική και μια θάλασσα των Σαργασσών, μαζί. Τα φύκια βαθιά πράσινα, αιχμαλωτίζουν τις βάρκες εντός και εκτός. Τίποτα δεν εισέρχεται, τίποτα δεν εξέρχεται, ώστε να επαληθεύεται η αρχή διατήρηση τη ύλης, χωρίς καν να δοκιμάζεται.

3. παρτενέρ
Από τα ταξίδια που τελειώνουν, μου μένουν πάντα τα μελλούμενα, για αυτό δεν έχω αναμνήσεις παρελθόντος, παρά μόνο ενοράσεις κοντινού μέλλοντος. Έπειτα η ερωτική επιθυμία διογκώνεται και κυριαρχεί επί της ταυτότητας, που καταλύεται και θολώνει όπως τα λασπόνερα στην άκρη της ασφάλτου, ένα βράδυ που χιόνισε αλλά το χιόνι ήταν αδύναμο και υδαρές. Έτσι τα παιδιά, τα ανίψια, τα εγγόνια, τα αδέλφια, με τους οποίους ανταμώνω ξανά και ξανά, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αποτελούν πλέον δυνητικούς συντρόφους. Εξαιρώ τους γονείς διότι αναχώρησαν, κι έπαψαν να συμμετέχουν στα του ρέοντος βίου, αλλά και επειδή η κυτταρική τους μνήμη, υπερέχει εντός μου συντριπτικά. Όπως καταλαβαίνεις, η δεδομένη αιμομιξία, ο βιολογικός εκφυλισμός, τα σύνδρομα και οι τερατογενέσεις, είναι αναπόφευκτα. Σε αυτό το σύμπαν γερνάω όμορφα, σαν κατασπαραγμένο σάρκινο λουλούδι, ενώ τα πόδια μου ριζώνουν με δίψα, στη βολική σας αθωότητα.

4. τέλος
Όσες ζωές ζήσαμε εδώ, δικές μας ή των άλλων, εξαχνώνονται ανά μονάδα χρόνου και ποτίζουν τις ταπισερί, τα ουγγρικά πλακάκια, και τα ετοιμοπόλεμα σάβανα. Στα όνειρα, που συμβαίνουν ενύπνια ή όχι, μπαινοβγαίνουμε ακατάπαυστα σε αυτές. Σε μια ζωή που τη ζεις από την αρχή, γνωρίζεσαι με τον εαυτό σου κι ως το θάνατο συμφιλιώνεσαι. Σε άλλες πάλι, μπαίνεις χειμώνα, ενώ δακρύζουν τα κυκλάμινα, κι οι γαρδένιες αναπολούν τα καλοκαιρινά μεσημέρια, όπου η πυκνότητα και η ευωδιά τους κερδίζει τη θερμή εγγύτητα του ήλιου, όταν συγκρίνονται. Σε αυτές, το τέλος είναι πιο οδυνηρό, σα να ζεις μόνο ένα τέλος δίχως αρχή, καθ’ υπέρβαση της αιτιοκρατίας. Όμως όπως έχω ξαναπεί, ένα τέλος, είναι πάντα ένα -ανεκτίμητο- τέλος.

5. hoarder
Τα απλά αντικείμενα που συγκεντρώνει ένα κορμί, έχουν βαρύτητα που αιτιάται σε ένα πεδίο ιδιογενές, ανομοιογενές και φαύλο (όχι κατ’ ανάγκη βαρυτικό). Καθ’ ένας μας φέρει το πεδίο του, ως ιδιότητα και ως σταυρό μαρτυρίου. Δεν ντρέπομαι να παραδεχτώ πως, μέσω μιας πιεστικής και επίμονης παρόρμησης, έτσι ανατράφηκα: συλλέγοντας εμμονικά λέξεις, έντυπα, κορμιά και σταματημένο χρόνο.

6. πρόσωπο
Εδώ όπου η έκταση αυτού του χρόνου, είναι πλέον προσωπική, αποφεύγω μόνο τα αχνά γαρύφαλλα του δυτικού κήπου, τόσο επιρρεπή στις σκοτεινές αποχρώσεις της φθοράς, κι αναζητώ την αβρότητα του πάγου στο λευκό φιλμ των πετάλων της γαρδένιας, την ανδρική υπόσταση των στημόνων με καυλωμένο προύχοντα, την απαλή υγρασία των τεχνητών υγραντήρων στο θερμοκήπιο. Για τον υπόλοιπο κήπο, περιμένω το χιόνι. Το χιόνι θα ομογενοποιήσει την ύπαρξη αγνοώντας το βάρος, δίνοντας έμφαση μόνο στην επιφάνεια. Άλλωστε η επιφάνεια των αστών έτσι διττά δεν ορίζεται; ως μια γραμμή, όριο του ωκεανού, αλλά και ως «πρόσωπο», απόδειξη ευζωίας και προτεσταντικής συμμόρφωσης;

7.  σύνορα
Συλλογίζομαι την ουσία μου μακριά από την οργανική ύλη, σαν μια ιδεολογική σκιά που ανθεί μέσα στο χρόνο, δίχως το  σάρκινο δοχείο της. Από εκεί παρατηρώ αυτά τα τέσσερα αυγά σαύρας, στο πήλινο πιάτο τους, καλυμμένα με μεταμπισουλφίτ, ενώ ο μούστος νωθρός, αφυπνίζεται. Στη δέστρα, μια αποικία μικροαμοιβάδων, γεννάει γόνους κρεολών με μάτια γάτας και μακριά πόδια. Ο -δια μελιχρών ύμνων και ασμάτων λαμπρύνων- γέροντας γυαλίζει, τους αήθεις αστερίες και τα  ερεθισμένα τους κρόταλα. Δύο χελιδόνια με αδαμάντινες ουρές, αφαλοκόπτουν τους χαρταετούς της μακριάς εβδομάδας που ακολουθεί την Καθαρή Δευτέρα. Οι ξυραφιές ακριβείς, σαν λάκτισμα με χαμηλή σπάθη, απαριθμούν τις οδηγίες των σκιών προς το νεαρό περιπατητή. Στις παρυφές της οριογραμμής της συνείδησης, και κάτω από φράχτες, μικρά δεκάχρονα προσφυγόπουλα που δεν κατάφεραν να αποδημήσουν αξιοπρεπώς, γαβγίζουν κλαψιάρικα για να συγκινήσουν τις κυρίες των φιλοζωικών. Η γη σιωπηλά, τα κοιμίζει σαν κουτάβια της, ούτως ή άλλως.

*

©Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος – 2015/2016
Εικόνα: Μολύβια και πένες, από γκραβούρα του 19 αιώνα, αγνώστου.