Ποίηση της Maria Abdy Smith σε μετάφραση Ασημίνας Λαμπράκου

Αρχείο 07/06/2016

fav_separator

The Home Of Happier Days

Yes, bright the velvet lawn appears,
And fair the blooming bowers;
Yet blame me not—I view with tears,
This scene of light and flowers;
Strangers possess my native halls,
And tread my wonted ways;
Alas! no look, no voice recalls,
The Home of Happier Days.

The gay guitar is still in tune;
The greenhouse plants are rare;
Glad faces throng the wide saloon,
But none I love are there:
Oh ! give me friendship’s cherished tone,
Give me affection’s gaze;
Else my sad heart can never own
The Home of Happier Day.

*

Το Σπίτι των Πιο Ευτυχισμένων Ημερών

Ναι, ακμαίο εμφανίζεται το ήσυχο παρτέρι,
Κι ωραία τα σκιερά μέρη, ανθηρά·
Μα, άλλο μη με κατηγορείς, με δάκρυ στήνω καρτέρι,
Στη σκηνή αυτή από άνθη και φωτιά·
Τους γενέθλιους κοιτώνες μου, ξένοι διατηρούν,
Και τους δρόμους ακολουθούν, των τρόπων μου των συνηθισμένων·
Κανένα βλέμμα, αλλοίμονο!, καμιά φωνή δεν ανακαλούν,
Το Σπίτι εκείνο των Ημερών των πιο Ευτυχισμένων.

Κεφάτη, παρ’ όλ’ αυτά, παίζει η κιθάρα, μελωδία·
Σπάνια είναι του θερμοκηπίου τα φυτά·
Πρόσωπα χαρούμενα συρρέουν τα ευρύχωρα ποτοπωλεία,
Μα κανείς που αγαπώ εκεί δε βρίσκεται πια:
Ω! της φιλίας δώσε μου την αγαπησιάρικη πνοή,
Δώσε μου της αγάπης το βλέμμα τ’ αφοσιωμένο·
Ειδάλλως η καρδιά μου η θλιμμένη δε θα μπορέσει ποτέ να ιδεί
Το Σπίτι των Ημερών των πιο Ευτυχισμένων.

*

Broken Ties

The Broken Ties of happier days,
How often do they seem
To come before our mental gaze.
Like a remembered dream;
Around us each dissevered chain,
In sparkling ruin lies.
And earthly hand can ne’er again
Unite those Broken Ties.

The parents of our infant home,
The kindred that we loved,
Far from our arms perchance may roam.
To distant scenes removed,
Or we have watched their parting breath,
And closed their weary eyes,
And sighed to think how sadly death
Can sever human ties.

The friends, the loved ones of our youth,
They too are gone or changed,
Or worse than all, their love and truth
Are darkened and estranged;
They meet us in the glittering throng
With cold averted eyes,
And wonder that we weep our wrong,
And mourn our Broken Ties.

Oh ! who in such a world as this,
Could bear their lot of pain,
Did not one radiant hope bliss
Unclouded yet remain?
That hope the Sovereign Lord has given,
Who reigns beyond the skies;
That hope unites our souls to Heaven,
By Faith’s enduring ties

Each care, each ill of mortal birth,
Is sent in pitying love,
o lift the lingering heart from earth,
And speed its flight above;
And every pang that rends the breast,
And every joy that dies,
Tell us to seek a safer rest,
And trust to holier ties.

*

Σπασμένοι δεσμοί

Των πιο ευτυχισμένων ημερών οι σπασμένοι οι δεσμοί,
Πόσο συχνά φαντάζουν
Σαν όνειρο ένα που ’χει ’ρθεί.
Στ’ αφοσιωμένο βλέμμα μας μπροστά το στοχαστικό φωνάζουν·
Σε ερείπιο που σπινθηροβολεί,
Κάθε σπασμένη αλυσίδα, γύρω μας ξαπλώνει.
Γήινο χέρι, ξανά ποτέ δε θα μπορεί
Εκείνους τους σπασμένους δεσμούς να ενώνει.

Του καταφύγιου του βρεφικού μας η πηγή,
Το συγγενολόι που είχαμε αγαπήσει,
Ίσως απ’ τα μπράτσα μας μακριά να περιφέρεται, μπορεί.
Σε σκηνές μακρινές έχουν μετοικήσει,
Ή την αποχαιρετιστήριά τους έχουμε αγρυπνήσει, πνοή
Και τα μάτια τους κλείσαμε τ’ αποκαμωμένα,
Και στενάξαμε στη σκέψη πως θλιβερά μπορεί
Ο θάνατος να διακόψει τ’ ανθρώπινα στερεωμένα.

Οι φίλοι, της νεότητάς μας αγαπημένοι,
Έχουν επίσης φύγει ή αλλάξει κι αυτοί,
Ή χειρότερα απ’ όλα, είν’ η αγάπη τους σκοτεινιασμένη
Κι έχει η αλήθεια τους αλλαχθεί·
Σ’ αστραφτερό πλήθος ανάμεσα μάς συναντούν
Με μάτια ψυχρά αποστραμμένα,
Κι ότι θρηνούμε το δικό μας λάθος, απορούν
Και τα δικά μας πενθούμε στηρίγματα, σπασμένα.

Ω! σ’ έναν κόσμο όπως αυτός, ποιοι
Της μοίρας τους τον πόνο ν’ αντέξουν, μπορούσαν
Αν ελπίδα, κάποια μακαριότητα λαμπρή
Ακόμη ασυννέφιαστη δεν καρτερούσαν;
Εκείνη, που ο Κύριος ο Μέγας έχει δώσει, προσδοκία
Που πέρα βασιλεύει απ’ τους ουρανούς·
Εκείνη, που τις ψυχές στον ουρανό ενώνει, η ελπίδα
Με της πίστης τούς διαρκείς δεσμούς.

Κάθε φροντίδα, κάθ’ αρρώστια από γέννηση θνητή,
Με σπλαχνική στέλνεται αγάπη,
Τη νωχελή να σηκώσει καρδιά απ’ τη γη,
Τη πτήση της προς τα πάνω γοργά απάγει·
Και κάθε πόνος που το στήθος τρυπάει, δυνατός
Και κάθε που εκπνέει χαρά,
Έν’ άσυλο να ψάξουμε καλεί, ακίνδυνο ασφαλώς,
Κι ιερότερα να εμπιστευτούμε δεσμά.

*
©Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου
φωτoγραφία αγνώστου

Η Maria Abdy, το γένος Smith, είναι αγγλίδα ποιήτρια, γεννημένη το 1797. Ο πατέρας της, Richard Smith, ήταν δικηγόρος. Η Abdy Smith ήταν επίσης ανιψιά των James και Horace Smith οι οποίοι έγραψαν την κωμωδία: “Rejected Addresses” (1812). Η Μαρία παντρεύτηκε τον John Abdy, με τον οποίο απέκτησε ένα τουλάχιστον παιδί. Ο Abdy ήταν κληρικός. Απεβίωσε το 1830.
Η οικογένεια αποκαλούσε την Μαρία, Mira. Δημοσίευσε σε περιοδικά και ετήσιας κυκλοφορίας φύλλα, όπως: New Monthly Magazine, Metropolitan Magazine, The Keepsake, κ.ά., υπογράφοντας συχνά μόνον με τα αρχικά της.
Το πρώτο της ποίημα φέρεται να έχει γραφεί για τον εορτασμό των εκατό χρόνων της εκκλησίας τους, ενώ αρκετά έχουν γραφεί έτσι που μπορούν να τραγουδηθούν ως θρησκευτικοί ύμνοι. Πολλά είναι όμως τα ποιήματα της Abdy Smith που έχουν αναφορές και στην καθημερινή ζωή, αρκετά από αυτά με διδακτικό περιεχόμενο όπως το: «Broken Ties». Άλλα ωστόσο μπορούν να θεωρηθούν ποιήματα σοβαρού κοινωνικού σχολιασμού με, κάποιες φορές, ένα σατιρικό άγγιγμα πιο ελαφριάς γραφής, πιο έξυπνης, όπως το: “ My Very Particular Friend”, όπου γίνεται φανερή η επιρροή από τους θείους της.
Πέθανε 19 Ιουλίου 1867. (πηγές: http://allpoetry.com/Maria-Smith-Abdy , https://en.wikipedia.org/wiki/Maria_Abdy)

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε