Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή, Τι γίνεται στο Πατησίων 42;

Αρχείο 13/06/2016

fav_separator

Κατηφόριζα τη Στουρνάρι. Ο ήλιος έπεφτε κάθετος κι ένα χλιαρό αεράκι έφερνε ανάμεικτες μυρουδιές λουλουδιών. Να που ήρθε πάλι η  Άνοιξη, παρ’ όλη την κρίση, τις κακοτυχίες, το άγχος και τη φτώχεια που μαστίζει τόσον καιρό τους Αθηναίους.

Η σκέψη μου πήγε στο μικρό μου νεοκλασικό, Πατησίων 41. Πως να το σώσω απ’ τον κυκεώνα των υποχρεώσεων, τους φόρους, τα έξοδα συντήρησης; Να  κρατήσω το μικρό αυτό διαμάντι  και να το παραδώσω στα παιδιά μου έτσι όπως μου το παρέδωσαν οι πρόγονοί μου;

Πλεύρισα τον τοίχο του Πολυτεχνείου διάστικτο  από βάρβαρες επεμβάσεις, γκράφιτι, μουτζούρες, επιγραφές, άθλιες αφίσες με κάθε είδους συνθήματα. Ιεροσυλία που από καιρό συνήθισα να βλέπω στα δημόσια κτίρια της Αθήνας.  Μπήκα από την ανοιχτή καγκελόπορτα.  Προχώρησα μέχρι τη ροτόντα και την εσωτερική της αυλή. Νέοι άνθρωποι, φοιτητές; Καθισμένοι σε τραπέζια έμοιαζαν απασχολημένοι. Έφτασα στα κτίρια που βλέπουν προς την Πατησίων.  Νοσταλγική θέλησα να μπω στις αίθουσες της αριστερής πτέρυγας που άλλοτε ανήκαν την Σχολή Καλών Τεχνών όπου είχα φοιτήσει. Διάδρομος  άδειος, πόρτες κλειστές εκτός από μία όπου ένας ώριμος άντρας κάπνιζε.

-Σε ποιους ανήκουν αυτοί οι χώροι; Τον ρώτησα

-Διοικητικά γραφεία της Σχολής.

Ανταλλάξαμε μερικές φράσεις, είχε κι αυτός σπουδάσει στη Γαλλία… Αποχαιρετιστήκαμε.

Καθώς η κεντρική είσοδος ήταν κλειστή πήρα τον αντίθετο δρόμο για να βγω  από εκεί που μπήκα. Βηματίζοντας αργά θαύμαζα το κεντρικό μεγαλοπρεπές συγκρότημα, τις σκάλες α-λα-Παλλάντιο, την υπερυψωμένη κεντρική πρόσοψη ως αρχαίου ναού, το  όμορφο αέτωμα. Καθώς τα μάτια μου χαμήλωσαν μέχρι τις συστάδες των δέντρων παρατήρησα απλωμένη επάνω τους μια μπουγάδα. Το θέαμα, ανοίκειο, με ξάφνιασε. Έβγαλα αυτόματα το κινητό μου και πήρα τρείς φωτογραφίες. Μετακινώντας το φακό ανακάλυψα μια ομάδα μαντιλοδεμένες γυναίκες καθισμένες χάμω. Ένας άντρας έπλενε κομμάτια κοτόπουλο. Πρόσφυγες.

Δεν πρόφτασα να ξαναβάλω το κινητό στην τσάντα όταν  πέντε-έξι άντρες  και δύο-τρεις γυναίκες διαφόρων ηλικιών μου ρίχτηκαν έξαλλοι. Οπισθοχώρησα έκπληκτη.  Κρατώντας αποστάσεις αλλά σε αυστηρό τόνο μου ανακοίνωσαν πως είχα κάνει κάτι το ανήκουστο, το  ανεπανόρθωτο, μια πράξη εγκληματική – φωτογράφησα πρόσφυγες! – και με διέταξαν τραχιά να τους παραδώσω άμεσα το τηλέφωνό  για να σβήσουν τις φωτογραφίες. Αρνήθηκα. Εκείνοι επέμεναν, ο τόνος τους έγινε απειλητικός, εχθρικός. Εκνευρισμένη αλλά ανένδοτη δήλωσα πως σε καμιά περίπτωση δεν θα τους το έδινα ούτε θα έσβηνα το παραμικρό: δεν υπήρχε τίποτε το επιλήψιμο! Επανήλθαν εκδικητικοί. Κάνοντας στενό κλοιό γύρω μου με εμπόδιζαν να φύγω πριν εκτελέσω αυτό που ζητούσαν! Πεισμωμένη δήλωσα πως ήμουν ελληνίδα υπήκοος, πως είχαν ένα όνομα, αυτοί ποιοι ήταν στ’ αλήθεια;  Καταλήξαμε να φωνάζουμε. Ήταν έξω φρενών.

-Δώσε κυρά μου αμέσως το κινητό!

-Με τίποτε στον κόσμο! αφήστε με να φύγω!

-Δεν φεύγεις από δω, αν χρειαστεί θα μείνουμε μέχρι το βράδυ!

Ο κύκλος γύρω μου μεγάλωνε. Όλο και πιο κοντά μου με απειλούσαν. Ένοιωθα πως ήταν ικανοί να χειροδικήσουν. Ωστόσο δεν το έβαζα κάτω. Με τίποτε δεν θα υπέκυπτα. Εν τω μεταξύ «οι πρόσφυγες» πάντα καθισμένοι κατάχαμα παρακολουθούσαν τη σκηνή με απάθεια. Θα έλεγες πως η κατάσταση δεν τους αφορούσε.

-Θα καλέσω την Αστυνομία, είπα, υπάρχει αστυνομία σ’ αυτό τον τόπο!

-Εδώ δεν πατάει Αστυνομία κάγχασαν, εδώ έχουμε κατάληψη.

-Εμείς κάνουμε το νόμο! Ούρλιαξε ένας μαύρος σε άπταιστα ελληνικά

– Εδώ ήταν η Σχολή μου, είμαι ελληνίδα, έχω δικαίωμα να μπαίνω και να βγαίνω όποτε μου αρέσει !

Αρνιόμουν να καταλάβω.

-Είναι παράλογο!

Μια χοντρή μεσόκοπη μου ξέσπασε κουνώντας το δάχτυλο.

-Παράλογο είναι οι πρόσφυγες να σταλούν πίσω στην Τουρκία! αυτό είναι παράλογο!

Κοίταξα με ενδιαφέρον αυτή την περίεργη ύπαρξη και διερωτήθηκα με ποια μέσα  θα εμπόδιζε αυτό το έγκλημα.

Μια ξεχτένιστη κοπέλα γύρω στα δεκαέξι ούρλιαζε με το πρόσωπό της πολύ κοντά στο δικό μου.

-Άσε τα λόγια και φέρε το κινητό, αλλιώς δεν βγαίνεις από δω!

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα κύλισε μια ώρα. Ήταν αποφασισμένοι να με κρατήσουν όμηρο όσο τους αντιστεκόμουν.  Ούτε η ηλικία μου ούτε το φύλο μου δεν ήταν αρκετά για να τους αποτρέψουν. Τα χρειάστηκα.  Η λογική δεν επαρκούσε, χρειαζόμουν βοήθεια. Θυμήθηκα τον υπάλληλο που μόλις είχα γνωρίσει.

-Ακούστε, τους είπα, δεν πρόκειται να υποκύψω στις απαιτήσεις σας.  Υπάρχει κάποιος στα γραφεία στον οποίο δέχομαι να δείξω το τηλέφωνό μου κι εκείνος θα σας πληροφορήσει.

Κουρασμένοι συμφώνησαν. Με κουστωδία έφτασα στην παλιά Σχολή. Από μακριά χαιρέτισα το σπίτι μου, τόσο κοντά και τόσο μακριά συγχρόνως, εφόσον το Πολυτεχνείο δεν ανήκε πια στον Ελεύθερο κόσμο.

Τα γραφεία αναστατώθηκαν, οι υπάλληλοι φαίνονταν απηυδισμένοι από προφανώς καθημερινές ενοχλήσεις. Είναι δύσκολο να δουλεύεις σε κατεχόμενη περιοχή. Τα πράγματα έγιναν όπως τα πρόβλεψα. Ο πρόσφατος φίλος κοίταξε τις φωτογραφίες και τους καθησύχασε. Έφυγαν…

Με κουρασμένο βήμα άφησα πίσω μου τον περίεργο αυτό κράτος εν κράτη, διέσχισα την Πατησίων και μπήκα στο 41, στον πρώτο όροφο. Ανοίγοντας το παράθυρο χάδεψα το καμένο πρεβάζι που πριν από μερικούς μήνες κατέστρεψε βόμβα μολότοφ σε αντιεξουσιαστική διαδήλωση. Αγνάντεψα με θλίψη το Πολυτεχνείο. Πως γίνεται και υπάρχει αυτή η ανοιχτή πληγή στο κέντρο της Αθήνας;  Αυτή η γάγγραινα; Τόσο δειλός λαός είμαστε ώστε μερικοί περιθωριακοί ανθέλληνες να κάνουν το νόμο σ’ ένα από τα ωραιότερα κτίρια της πόλη μας; Ένα κτίριο που θα έπρεπε να παραδοθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για να στεγάσει τα αριστουργήματα που βρίσκονται στα υπόγειά του;

Και το σπίτι μου; Θα επιζήσει άραγε απέναντι στο άλλοτε σύμβολο ελευθερίας που έγινε σύμβολο αναρχίας και βαρβαρότητας; Κάποια καταστροφική φλόγα δεν θα ξεπηδήσει  από κάδο με καιόμενα σκουπίδια για να το κάνει κάρβουνο; Έχω ευθύνη, πρέπει να δράσω, αλλά πως; Τι μπορεί να κάνει ένα μόνο άτομο μπροστά σε τόση μαζική βλακεία; Σε τόση αδιαφορία; Χρειαζόμουν συνενόχους.

Πριν κλείσω την μπαλκονόπορτα έριξα μια τελευταία ματιά απέναντι. Το γιγάντιο κεφάλι του γλύπτη Μακρή ακουμπισμένο στο χώμα, μου φάνηκε απελπισμένο. Το  κακίζω. Πώς να προχωρήσει κανείς δίχως αισιοδοξία;

*

©Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή (από το ανέκδοτο βιβλίο «Πατησίων 41»)
φωτο©Στράτος Φουντούλης, 2009

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε