Κώστας Αρκουδέας, «Το Χαμένο Νόμπελ- Μια αληθινή ιστορία» -Κριτική παρουσίαση: Χαρά Νικολακοπούλου

Αρχείο 13/06/2016 –Ένα πολυδιάστατο βιβλίο με ποικίλες προεκτάσεις -Εκδόσεις Καστανιώτη

fav_separator

Ο Κώστας Αρκουδέας  έχει διαγράψει μια μακρά πορεία στον χώρο της λογοτεχνίας. Από το 1986, οπότε και δημοσίευσε τη συλλογή ιστοριών Άσ’ τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει, μέχρι σήμερα με  Το χαμένο Νόμπελ – Μια αληθινή ιστορία (2015), που είναι και η τελευταία του δουλειά, έχουν μεσολαβήσει 30χρόνια και 18 βιβλία.

«Αν προσέξει κανείς τη βιβλιογραφία μου», λέει ο συγγραφέας σε μια συνέντευξή του,  «θα δει ότι σε κάθε νέο βιβλίο κινούμαι σε διαφορετική περιοχή της λογοτεχνίας: Ιστορικό μυθιστόρημα, επιστημονικό νουάρ, παιδικό, διήγημα, νουβέλα, και ούτω καθεξής. Ωστόσο, είναι η πρώτη φορά που ξέφυγα από τη μυθοπλασία και στράφηκα στον δοκιμιακό λόγο. Και μάλιστα σε ένα είδος άγνωστο, το οποίο μια φιλόλογος αποκάλεσε ‘Μυθιστορηματικά Τεκμηριωμένη Πραγματεία’. Δεν γνωρίζω επακριβώς μέσα από ποια εσωτερική διεργασία προέκυψε. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι μου αρέσει, ότι με ικανοποιεί και ότι σκέπτομαι να το επαναλάβω.»

Θα έλεγε κανείς ότι από τον τίτλο και μόνον είναι εύκολο να υποψιαστεί εξαρχής ο αναγνώστης το θέμα του βιβλίου. Το χαμένο Νόμπελ. Οι περισσότεροι λίγο πολύ γνωρίζουμε έστω και σε γενικές γραμμές τον αγώνα του Καζαντζάκη να κατακτήσει το πολυπόθητο βραβείο, καθώς και το ατελέσφορο των προσπαθειών του.

Παρόλο λοιπόν το ξεκάθαρο του τίτλου, το βιβλίο αυτό ξαφνιάζει τον αναγνώστη. Κι αυτό γιατί δεν εξαντλεί τη θεματογραφία του στο παραπάνω θέμα. Ουσιαστικά, είναι πολλά βιβλία σε ένα.

Και θα πρέπει να πω εξαρχής ότι είναι εξαιρετικά καλογραμμένο και διαβάζεται απνευστί. Αποτελεί μια πλούσια παρακαταθήκη, μια μίνι ιστορία της λογοτεχνίας, όπου παρελαύνουν σημαίνουσες προσωπικότητες των γραμμάτων της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας διανόησης.

Μείζονες και ελάσσονες λογοτέχνες ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια  μας μέσα από ένα καλειδοσκόπιο που φωτίζει πτυχές του χαρακτήρα τους, αδυναμίες και τρωτά της προσωπικότητάς τους και μυστικά που δεν ήταν και τόσο μυστικά τελικά.

Διάλογοι, γεγονότα, στιγμιότυπα, άλλοτε κωμικά και άλλοτε σοβαρά, μας ανοίγουν μια μικρή δίοδο από όπου γινόμαστε θεατές στο προσωπικό τους σύμπαν.

Οι περισσότεροι από τους λογοτέχνες που εμπλέκει επιδέξια ο συγγραφέας στην κεντρική του υπόθεση, έχουν άμεσα ή έμμεσα σχέση με τον θεσμό των βραβείων Νόμπελ.

Ο συγγραφέας στέκεται με σεβασμό και αγάπη απέναντι σε αυτές τις σεβάσμιες φιγούρες που στα μάτια των περισσοτέρων από εμάς έχουν λάβει ολύμπιες διαστάσεις. Η ιχνηλάτευσή του ωστόσο, χωρίς να έχει χαρακτήρα αποκαθηλωτικό, δεν είναι ούτε αγιολογικού τύπου.

Το κείμενο εμπλουτίζεται με γεγονότα ανεκδοτολογικού χαρακτήρα που δίνουν ιδιαίτερο τόνο και μια νότα χιούμορ στο βιβλίο.

Να επισημάνω ότι ο Αρκουδέας κατοχυρώνει τα λεγόμενά του μέσα από πλήθος ντοκουμέντα, τεκμήρια, μαρτυρίες , επιστολές, άρθρα και στοιχεία αδιάσειστα, καθώς έχει διατρέξει μια εκτεταμένη βιβλιογραφία, η οποία παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου.

Η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση σαν να διαβάζει το πιο συναρπαστικό σασπένς. Γιατί διαθέτει τη δύναμη και την αυθεντικότητα που μόνον η αληθινή ζωή προσφέρει. Η ζωή που αποδεικνύεται πιο συναρπαστική από το πιο ευφάνταστο μυθιστόρημα τελικά. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τη ζωή και το έργο ενός ιερού τέρατος της παγκόσμιας λογοτεχνικής σκηνής που ακούει στο όνομα Νίκος Καζαντζάκης.

Το συμπέρασμα είναι θλιβερό: το συντηρητικό κατεστημένο της Ελλάδας πάλεψε λυσσαλέα για να αποτύχει το εθνικό κεφάλαιο της χώρας που λεγόταν Νίκος Καζαντζάκης.

Το βιβλίο ξεκινά με μια αναφορά στον ιδρυτή των βραβείων Νόμπελ. Πόσοι γνωρίζουν ότι ο Αλφρεντ Νόμπελ ήταν πολεμικός βιομήχανος;

Το 1895 κληροδοτεί ολόκληρη την περιουσία του για την θέσπιση των γνωστών βραβείων. Όσον δε αφορά το βραβείο λογοτεχνίας, εκφράζει την επιθυμία του να απονέμεται «σε όσους δημιουργούν έξοχο έργο με ιδεαλιστικές προεκτάσεις. Είναι τόσο ασαφές» σημειώνει ο συγγραφέας «που ο καθένας μπορεί να το εκλάβει όπως θέλει.»  Επιθυμία του ιδρυτή των βραβείων είναι να αποδίδονται αυτά στους πιο άξιους. Και ακολουθεί εύλογα το ερώτημα: «Τι έχει γίνει μέχρι στιγμής; Έχει πραγματοποιηθεί η επιθυμία του Νόμπελ; Έχουν κερδίσει το βραβείο οι πιο άξιοι;» αναρωτιέται ο συγγραφέας.

Η απάντηση προκύπτει αβίαστα και είναι μάλλον αρνητική αν αναλογιστούμε την πληθώρα καταξιωμένων ονομάτων της παγκόσμιας λογοτεχνίας  οι οποίοι ουδέποτε κέρδισαν το βραβείο. Παραδείγματα ουκ ολίγα:  ο Ζολά, ο Τολστόι, ο Τσέχωφ, ο Ίψεν, ο Μπόρχες, ο Τζόις, ο Ναμπόκοφ, ο Προυστ, ο Μπρεχτ, ο Κορτάσαρ, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Κάφκα, ο Πεσσόα… και ο Καζαντζάκης βέβαια.

«Όταν υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας, υπεισέρχεται και το υποκειμενικό κριτήριο» συμπεραίνει ο συγγραφέας. Και συμπληρώνει «Τα κριτήρια της σουηδικής ακαδημίας αλλάζουν με χαμαιλεόντιο τρόπο και προσαρμόζονται στο πνεύμα των καιρών.»  Δεν παραλείπει ωστόσο να παραδεχτεί ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που τα βραβεία αποδόθηκαν όντως στους πιο άξιους. Στις καλές βραβεύσεις ανήκουν οι Χέρμαν Έσσε, Αντρέ Ζιντ, Τ.Σ. Έλιοτ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ,  Αλμπέρ Καμύ και άλλοι.

Ταυτόχρονα σκιαγραφούνται με αδρές γραμμές οι πολιτικές συνθήκες, τα γεγονότα της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας,  καθώς αποτελούν το απαραίτητο πλαίσιο πάνω στο οποίο  πλάθεται  ο καμβάς της κεντρικής ιστορίας:  η απώλεια του Νόμπελ για τον Καζαντζάκη και οι πραγματικές αιτίες της δεν είναι εύκολο να κατανοηθούν σε βάθος χωρίς αυτές τις αναφορές.

Δίνεται η εικόνα μιας Ελλάδας που σπαράσσεται από τα εμφύλια πάθη , τα  οποία διαβρώνουν και τον χώρο της λογοτεχνίας, με καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα σε διεθνές επίπεδο. Είναι η Ελλάδα που καταφέρεται και βυσσοδομεί ενάντια στα παιδιά της, που κατατρώγει τις ίδιες τις σάρκες της.

Η εθνική τραγωδία που απλώνει τα πλοκάμια της στην ελληνική κοινωνία μέσα από τη διχόνοια Βενιζέλου- Βασιλιά, η μικρασιατική καταστροφή και αργότερα ο αλληλοσπαραγμός κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Ο διχασμός που συντάρασσε πολιτικά τη χώρα υπεισέρχεται και στον χώρο της λογοτεχνίας μέσα από τη διαμάχη ανάμεσα σε δημοτικιστές και καθαρευουσιάνους. Λίγο αργότερα παίρνει τη μορφή αντιπαλότητας ανάμεσα σε οπαδούς του Παλαμά και του Καβάφη.

Και φυσικά η εμφύλια αντιπαράθεση παίρνει την πιο σκληρή μορφή της στην υπόθεση του χαμένου Νόμπελ όταν το συντηρητικό κατεστημένο της Ελλάδας συσπειρώνεται και επιστρατεύει κάθε μέσο – θεμιτό και αθέμιτο- προκειμένου να ακυρώσει τη βράβευση Καζαντζάκη.

«Υπάρχει κάτι σάπιο στην Ελλάδα», επισημαίνει ο συγγραφέας όταν αναφέρεται στα έργα και τις ημέρες της Ακαδημίας Αθηνών, που αποτέλεσε εκείνα τα χρόνια το προπύργιο τους συντηρητισμού, και του εκλεκτού τέκνου της του Σπύρου Μελά. Είναι ο μοιραίος άνθρωπος,  ο οποίος αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις για να υπονομεύσει την υποψηφιότητα Καζαντζάκη για το Νόμπελ. Ακαδημαϊκός με περγαμηνές, πληθωρική προσωπικότητα και πολυπράγμων, ο Μελάς  ήταν μια αντιφατική προσωπικότητα , μια τυχοδιωκτική φύση, αμοραλιστής και γεμάτος εμπάθειες που στράφηκε τελικά σε πολιτικές θέσεις ακραίες που προσέγγιζαν τον εθνικοσοσιαλισμό. Όμως η ιστορία φαίνεται πως ξέρει να τιμωρεί με τον καλύτερο τρόπο. Τι απέμεινε τελικά από το έργο του; Ποιος θυμάται σήμερα αυτόν τον άνθρωπο;

Η εμβληματική φιγούρα του Νίκου Καζαντζάκη δεσπόζει βέβαια στο βιβλίο. Η πληθωρική, γεμάτη αντιφάσεις προσωπικότητά του, ο τιτάνιος  αγώνας του για πνευματική και ηθική τελείωση, τα ταξίδια του, η διαμονή του στην Αίγινα και αργότερα στην Αντίπολη της Γαλλίας,  οι αφορισμοί και οι κατάρες της εκκλησίας εναντίον του, η αγωνία του να κατακτήσει το πολυπόθητο βραβείο, το βαρυσήμαντο έργο του, η αρρώστια του και οι περιπέτειες για την ταφή του στη γενέτειρά του περνάνε με τρόπο μυθιστορηματικό μέσα από τις σελίδες του βιβλίου.

Ο συγγραφέας χειρίζεται με διακριτικότητα ευαίσθητα θέματα που αποτελούν ταμπού όπως οι σχέσεις του Καζαντζάκη με τις γυναίκες που τον συντρόφεψαν στη ζωή του, τη Γαλάτεια Αλεξίου και την Ελένη Σαμίου, καθώς και τα απόρρητα της ερωτικής του ζωής.

Τελειώνοντας θέλω να τονίσω ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο που απευθύνεται στον καθένα και θα το διαβάσει ο καθένας με αμείωτο ενδιαφέρον από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία.

Θα μου έπαιρνε ώρες – και πολλές σελίδες- να αναφέρω τα ανεκτίμητα ευρήματα, τις σπάνιες πληροφορίες που αποκόμισα από  αυτό το βιβλίο καθώς και για το πόση τροφή για σκέψη και περίσκεψη προσφέρει, αλλά προτιμώ να αφήσω τους αναγνώστες να ανακαλύψουν μόνοι τους τα υπόλοιπα.

*
©Χαρά Νικολακοπούλου, φιλόλογος- συγγραφέας

Κώστας Αρκουδέας
Το χαμένο Νόμπελ –Μια αληθινή ιστορία. Καστανιώτη, 576 σελ. ISBN: 978-960-03-5936-7 Τιμή €19,08

fav_separator

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε