Καίτη Παπαδάκη, Το Βήμα

Αρχείο 11/07/2016

favicon

Mέσα σε μια νύχτα μεταμορφώθηκα. Πρόσωπο αγνώριστο, αγριεμένο.  Μάτια κόκκινα, σκοτεινά. Δεν ξέρω αν ήταν από κακή διάθεση ή κούραση. Αργότερα αποφάνθηκαν  αυτό είναι  προφίλ  αντιεξουσιαστή. Εγώ, όπως με παρατηρούσα, δεν έβλεπα κάτι τέτοιο. Απλώς τα γεγονότα, οι σκέψεις  βάρυναν τα χαρακτηριστικά.  Πάντα με τον ίδιο τρόπο δούλευε το μυαλό μου,  όμως, ξαφνικά  οι συλλογισμοί έκαναν θόρυβο, θέλανε να πάρουν σάρκα, οστά, ν’ αποκτήσουν φωνή… Σκοπός πια αποκλειστικά αυτή η φωνή. Στην ανάγκη θα εκβίαζα για ν’ ακουστεί! Αψυχολόγητα, αυθόρμητα, άχαρα; Έστω. Η επικοινωνία  δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου χαρτί.  Όμως,   το όριο της σιωπής διαβρώθηκε  από αλλεπάλληλα κύματα ειδήσεων και αγγελτηρίων θανάτου.

Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Κάποια  πρωινά  η στυφή γεύση της γλώσσας ξεχειλίζει,  ποτίζει το δέρμα. Τι τα θες; Χάλια κοιμάσαι, χάλια θα ξυπνήσεις. Το προηγούμενο βράδυ είχαν σκοτώσει ακόμη έναν. Φοιτητή  είκοσι χρονών. Το παρακολούθησα στην τηλεόραση, πίνοντας. Κάμερες , δημοσιογράφοι, λουλούδια στο πεζοδρόμιο, η μάνα να ουρλιάζει. Είχε  έναν αδερφό… θα ορκιζόμουν πως το έχω ξαναζήσει. Όχι δεν επρόκειτο για déjà vu. Μερικούς μήνες πριν -αν θυμάσαι- ο άλλος μπαμ και κάτω. Σπούδαζε κι εκείνος. Είχε δυο αδέλφια μικρότερα.  Πού να πιστέψουν; Εμφανίστηκαν αμέσως τα κανάλια: Κόσμος να φωνάζει, διαμαρτυρίες. Ένας στο χώμα. Διαπεραστικό κρώξιμο πάνω από σάρκα  ζεστή, αισθητό ακόμα και στην ελαφριά  μέθη.

Είχα διάθεση να φορέσω σκούρα. Δεν χτενίστηκα, πήρα  κλειδιά, βγήκα. Στην τσέπη του μπουφάν έχω ένα μικρό πιστόλι, καθ’ όλα νόμιμο. Ζούμε σε άγρια πόλη. Ο δρόμος μυρίζει ζωντανό αίμα. Την ίδια στιγμή ό,τι  κινείται γύρω έχει το σταχτί της αποσύνθεσης. Δράσεις επαναλαμβανόμενες. Σχολείο, πανεπιστήμιο, δουλειά, άγχη. Να βγάλεις λεφτά, να έχεις μια σιγουριά. Πρέπει να φτιάξεις μια καλή  ζωή, να τη χτίσεις σε γερά θεμέλια. Οι σφαίρες, όμως, δεν κοιτάνε δομές. Περνάνε σώματα, διαπερνούν μυαλά. Καρφώνονται στα τούβλα καλοχτισμένων τοίχων.  Λόγια, λόγια του αέρα που φέρνουν πονοκέφαλο. Η φάτσα μου ξίνισε περισσότερο.  Χάιδευα επίμονα τις γραμμές του περίστροφου.  Μπήκα τυχαία  μέσα σε μια πορεία.  Λες και δεν είχε περάσει ούτε μέρα. Δεκέμβρης πάλι… όχι πάλι, τι λέω; Απρίλης τώρα… πώς ξεχάστηκα; Κρύο παρόλ’ αυτά, οι εποχές απαράλλαχτες. Σα να μην πέρασε μέρα. Καρφωμένοι  στην ΤV και τότε.  Στο κέντρο να γίνεται χαμός. Νεκρός ένας. Στα δεκαέξι. Είπαν δεν έφταιγε, είπαν έφταιγε. Μετά μαλώσανε. Όλα στο γυαλί διάφανα γελοία. Εγώ είπα, να  κι αν έφταιγε, να κι αν δεν έφταιγε! Δεκάξι ήτανε. Νεκροί χίλιοι, στα δεκάξι, μ’ ένα σμπάρο

Το βλέμμα μου βάρυνε κι άλλο. Δεν παρατήρησα πως οι διαδηλωτές με κοιτούσαν περίεργα. Το ίδιο και οι περαστικοί… Φασαρία, κίνηση, τρέξιμο για δουλειές. Το βράδυ στο σπίτι μπύρα, φαγητό μπροστά στην οθόνη. Πού και πού κανένα τηλέφωνο σε φίλους. Το Σάββατο σινεμά. Κυριακή  ξεκούραση. Ύπνος νωρίς. Η καινούρια βδομάδα να ξεκινά στις εφτάμισι. Δουλεύεις περιμένοντας το βράδυ.  Εγώ δεν περίμενα  τίποτα. Άνεργος εδώ και οχτώ μήνες. Το πράγμα πια στο απροχώρητο. Δουλειές του ποδαριού, να βουλώσεις καμιά τρύπα. Ευτυχώς είμαι μόνος. Δεν ξέρω τι φταίει. Το στόμα μου δεν το κρατώ κλειστό. Τα σύκα-σύκα. Με διώξανε με πρόσχημα την οικονομική κρίση. Τι να φοβηθώ; Έτσι κι αλλιώς δεν ζω τη ζωή που ονειρεύτηκα.  Λίγο πάνω λίγο κάτω, αδιάφορο. Να φτιάξεις μια ζωή. Χμ, με τι υλικά;

Καθώς περπατούσα, εξακολούθησα να πιάνω παράξενα βλέμματα. Ήμουν ξένος ανάμεσά τους, νομίζω γι’ αυτό. Ήμουν πάντα ξένος. Παντού. Όπου κι αν γυρνούσα να κοιτάξω, τοίχος. Μη  εδώ, όχι εκεί, σκόνταφτα από παιδί σε διάσπαρτα απαγορεύεται, σε καλοδουλεμένα πρέπει. Έδινα κλοτσιές. Πονούσα ανυπόφορα. Έτρεχα, κουλουριαζόμουν στον ζεστό  καναπέ. Πάντα ως τώρα… πάντα   πορεία  διακεκομμένη. Η σιωπή  ακριβό δεκανίκι. Τα λόγια σκορπάνε… μη μιλάς, να κοιτάς τη δουλειά σου!  Ποια δουλειά;

Είπα να συνεχίσω μαζί τους. Η πορεία κατέληγε στο υπουργείο παιδείας. Συνθήματα, ελπίδες, ενέργεια καθαρή σκορπισμένα στο δρόμο.  Ακολουθούσε ένα περιπολικό. Λίγο πιο πίσω ένα σκουπιδιάρικο.  Γελούσα διακριτικά  να μην  καταλάβουν. Παιδιά, έφηβοι, νέοι. Ένα τσούρμο Δον Κιχώτες με πανό στα χέρια. Ένα τσούρμο σημαίες απέναντί τους. Οι μικροί ιππότες ξεκίνησαν την επίθεση. Μπλέχτηκαν με τις σημαίες τόσο που σε λίγο δεν ξεχώριζες σώματα από κοντάρια, ιδέες από λάβαρα … Τα μάτια μου κουράστηκαν, το κεφάλι βούιζε.  Έπρεπε να τους δείξω τα προσεχώς. Δεν  ήξεραν  πως με τα κορμιά τους στήριζαν χρωματιστά πανιά. Έπρεπε να τους δείξω … Αν υπήρχε  λύση, σίγουρα θα στεκόταν μακριά από τέτοιου είδους μάχες. Θα εμφανιζόταν ενώ θα πάλευες μ’ εσένα και θα έκρινε το νικητή. Ναι, το ψάρι απ’ το κεφάλι βρωμάει, μα το κεφάλι στηρίζεται στο σώμα. Μακάρι να γινόταν καθένας τους ψάρι ολόκληρο με λέπια, κεφάλι, ουρά, να έχτιζε το δικό του μικρόκοσμο. Περιττό να τα ξανασυζητάμε. Πού να χτίσεις σήμερα; Κινούμενη άμμος . Δύσκολο, δύσκολο. Κι εσύ –θα μου πουν– εσύ τι έκανες; Πού είναι το δικό σου λιθάρι;  Κανένα λιθάρι, μη γελιόμαστε. Καναπές- εργασία- καναπές- απεργία- καναπές- ανεργία – καναπές- καμιά μπύρα. Κάτω από το σπίτι τις προάλλες έγινε  ληστεία. Βοήθεια, βοήθεια! Γυναίκα ήταν. Τη χτύπησαν. Δεν βγήκα, δεν κάλεσα ούτε το εκατό. Ακόμα έχω τύψεις. Τύψεις για όλα. Για όσους ψήφισα, για όσους πίστεψα. Τύψεις για τον τύπο απέναντι στο πάρκο. Κοιμάται έξω ένα μήνα τώρα. Μια παλιά κουβέρτα τρώει ο σκώρος στο πατάρι. Δεν την κατέβασα. Καλοπερνάει εκείνος ο σκώρος. Πιο τυχερός απ’ τον απέναντι. Τίποτα, μηδέν. Στυφή η αλήθεια.  Προς θεού, όχι τα ίδια λάθη. Ας γινόμουν τουλάχιστον παράδειγμα προς αποφυγή.  Μετά ας κάνανε ό,τι καταλάβαιναν… Δεν είχα τρόπο… Δεν θα  με βλέπανε καν, θα προσπερνούσαν. Πώς ν’ ακούσουν ενώ φλέγονται; Τι να τους πουν τα παραδείγματα; Αέρα θέλουν μόνο για τη φωτιά.

Σκέφτηκα τις κάμερες, το όπλο μου. Τρεις δημοσιογράφοι ήταν ήδη εκεί έξω. Χωρίς καθυστέρηση τρύπωσα στο κτήριο από  αφύλακτη  πόρτα. Έπρεπε να βρω τρόπο. Η καρδιά έτοιμη να σπάσει. Πέρασα ένα μικρό διάδρομο  έφτασα σ’ ένα γραφείο με  οκτώ ή εννιά υπαλλήλους. Όρμησα μέσα και σήκωσα το περίστροφο. Τα χέρια μου τρέμανε.  Κανέναν δεν θα πυροβολούσα, κανέναν.  Θα τους τρόμαζα μόνο. θα ζητούσα  τα κανάλια. Τι άλλο; Θα διεκδικούσα ένα βήμα για να πω όσα με πνίγανε: Πως κάπου στον κόσμο υπάρχει λάθος. Πως ο λήθαργος το πολλαπλασιάζει.  Πως γι αυτό το λάθος θυσιάζονται σώματα, μυαλά.   Πως κι αυτοί  εκεί  έξω θα σφαγούν  σαν πρόβατα στην ώρα τους … πως…

Η ασφάλεια του κτηρίου δεν άργησε να ‘ρθει. Βρέθηκα γρήγορα στην αστυνομία -χωρίς να προλάβω να πω  λέξη- με την ταμπέλα του αναρχικού. Με ρώτησαν με ποιούς συνεργάζομαι, σε ποιο χώρο ανήκω. Ρωτήσανε κι άλλα, ψάξανε περισσότερα. Είδαν πως ήμουν θυμωμένος, άκακος σαν αρνί. Παρόλα αυτά  το θέμα πήρε διαστάσεις. Ένας δικηγόρος τσακάλι με ανέλαβε δωρεάν. Έπεσα στα μαλακά. Με αγάπησαν κόμματα,  εκπομπές.Ρεπορτάζ,  εικασίες, πολιτικοί διαξιφισμοί κι εγώ καταμεσής! Είπα, είπαν, μετά μαλώσανε. Βελάσματα, θόρυβος…  Το προφίλ στήθηκε: Καλό παιδί, έξυπνο, άριστος φοιτητής, επιστήμονας. Κανείς δεν γνώριζε τη σκοτεινή του πλευρά.   Επαναστάτης εναντίον της εξουσίας ή ένας απελπισμένος άνθρωπος;

Έγινα το πρόσωπο της ημέρας. Καινούριο θέμα, να  ‘χουμε ν’ ασχολούμαστε. Το στόχο μου πάντως –  δεν μπορείς να πεις- τον πέτυχα. Μίλησα για όσα σκεφτόμουν βιδωμένος τόσα χρόνια στον καναπέ. Με ειλικρίνεια, με διάθεση αυτοκριτικής. Η φωνή  δεν ξέρω αν έφτασε  στα παιδιά. Αν τα κατάφερε, ίσως να ακουγόταν  γραφική, ίσως πάλι να φώλιασε στο μυαλό. Στο χρόνο θα  φανεί το αποτέλεσμα.

Γύρισα πάλι στο σπίτι. Ξεκλείδωσα, μπήκα. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Ακόμα σκυθρωπός, με το μαύρο μπουφάν, λες και δεν πέρασε ώρα από εκείνο το πρωϊνό. Άνοιξα την τηλεόραση, έπιασα μια μπύρα, έκατσα. Ειδήσεις. Πέτυχα το ρεπορτάζ για κάποιον απεργό πείνας  που κινδύνευε να πεθάνει. Μετά αλλάξανε θέμα. Ο απεργός στο λεπτό ξεχάστηκε. Η παρουσιάστρια-άλλη Τζοκόντα- χαμογέλασε: Νέα στοιχεία για την ύπαρξη ζωής στο διάστημα.

*

©Καίτη Παπαδάκη
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε