Ολβία Παπαηλίου, Η Επιστολή (ως έκθεμα) [Επιστολή Δέκατη Τρίτη]

Αρχείο 02/08/2016

fav_separator

Το παρόν έκθεμα σε τούτο το Μουσείο που διαρκώς θα βρίσκεται ως σε μεταλλαγή, είναι η λεγόμενη Δέκατη Τρίτη επιστολή, αυτή που βρέθηκε ή αυτή που χάθηκε, είτε ενδεχομένως κάποια που, ας πούμε, δεν εστάλει. Δεν υπάρχει καμμία υπόθεση για τις ταυτότητες των δύο (ή ενός – δεν είναι εξακριβωμένο αν η φωνή καταγράφεται ή αντιγράφεται ή είναι κατασκευασμένη, ακόμα κι αν ένας ο συγγραφέας – ή πολλοί). Κάποτε θα αποτελέσει αντικείμενο ερεύνης, για να μπορέσουμε να το τοποθετήσουμε στο χρόνο, που από τώρα ξέρουμε ότι θα είναι Πάντα.

Επιστολή Δέκατη Τρίτη

Αγαπημένε, εν Χριστώ –
κάποιες φορές φοβάμαι. Τη σκοτεινή νύχτα που με κράταγε σαβανοφορεμένη σαν το Λάζαρο και σαν την κόρη του Ιάγειρου – όταν θυμάμαι με καλέσατε σε γάμου κοινωνία, να σας συμπαραστέκομαι όπως το έτερόν σας το μισό, έτσι που θ’ ανεβαίναμε τα σκαλοπάτια κλίμακος. Αγαπημένε μου, είναι το στόμα μου φραγμένο, και η ψυχή μου γίνεται θολή: Κάποιες ημέρες – χάνω ρυθμό από την ίδια την καρδιά μου, χάνω την πίστη, χάνω τη σκιά μου (όπως το έλεγε ένα δημώδες, απ΄ τα μέρη μας). Ημέρες βρόχινες, θα κλαίνε για τη χωριστή κατεύθυνση που πέρνουν οι επιστολές μου ώστε να φτάσουν ασφαλώς: Μέρες σα σήμερα δεν εμπιστεύομαι καν τον αέρα – δε μ’ ενδιαφέρει να μνημονεύσω δράση ισαπόστολη, σέρνω σταυρούς ατελευτήτου της πραγματικότητας, μάτια σβησμένα από έκσταση που έρχεται και φεύγει, κι αλλάζει ο καιρός, φυσάει απ΄την Τυφλίδα κι από μια πόλη που τη λέγαν _____________, έρχεται βροχή. Θυμάμαι που μου λέγατε (και αντιγράφω, από της μνήμης και εκ καρδίας):

Όσο μιλάμε, και μέσα από τη δομημένη γλώσσα της γραφής, κυρίως εξορκίζουμε τα άρρητα μυστήρια. Κι ο πλέον ακριβής μελετητής λεπιδοπτερικής ωρολογοποιίας δε θα μπορούσε να ορίσει ένα παρτέρι εννοιών, όπως αναμοχλεύονται κι επαναπροσδιορίζονται στον ύπνο της Ρεμόρας. Μα είναι αληθές, πως είμαι ξένος προς εμού, και ως αμφίβιο έχω τη δυνατότητα να υπάρχω ως ο καντηλανάφτης σε δύο ιερών τις ορκωτές τελετουργίες – μα πιο πολύ,να νοιώθω εντός στέρνου το μακέλεμα από το ασημί φιλί κάποιας θεάς που μ’ έχει κάνει βάτραχο και πρίγκηπα, τυφλό και τροβαδούρο. Ήμουνα κάποτε νέος, σπουδαγμένος τις σπουδές κι ίσως ρεμάλι, κορμί χαμένο, οι φίλοι κάναν κόντρες στην Παραλιακή του Βουλεβάρτου Δύσης. Δεν επήγαινα. Ούτε εσύχναζα σε μέρη εξωτερικά, πήγαινα μόνο όπου ο αέρας μου ήθελε μ’ οδηγήσει. Πλάσμα βαθειάς ανευθυνότητας (ή όχι) γιατί δεν παίρνω εαυτόν πολύ στα σοβαρά: γιατί αγαπώ το ν’ αγαπώ παρά να έχω χρέος και εμφανίζομαι σαν ένας τυχοδιώκτης – δηλαδή διώχνω την τύχη που, κατά κάποια προσέγγιση, ίσως να μου αναλογεί στατιστικά. Χρειάζομαι να βλέπω έξωθεν τον κόσμο που με κοσμεί και με νομισματίζει όταν η μέρα είναι η δική μου, η λίμνη που έχω δει είναι (και δίχως την παραμικρή αμφιβολία), η υγρότερη, και η τσεπούλα μου φοράει (για τη χαρά κάθε μου δάχτυλου, ξεχωριστά) – μια μεταξένια φόδρα! Είμαι των γυναικών καταραμένος κι έχω το σπίτι μου όπου σκαλώνει το καπέλο μου: Κράτα με, λέω στα όνειρα μιας Όμορφης, που ο ύπνος για εμένα ετοιμάζει. Κράτα με, όταν θαρθώ να σε ξυπνήσω γιατί με πρόλαβε ο μύθος σου ανάμεσα στα σχίνα και τις αγκαθιές, όπως κομάσαι σε μια λήθη, μα η καρδιά σου ήτανε εμένανε που κάλεσε. Σαν ισχυρός μαγνήτης όταν με αναγνώρισε για ίδιον σου, θεϊκό βλαστάρι έτοιμο για την αδερφική επιμειξία.

Αγαπημένε –
Υπάρχουν ώρες σεντονιού κι υπάρχουνε κι οι ώρες μας του σάβανου, κάποτε συντυχαίνουν. Όπερ σημαίνει – είμαστε εδώ και είμαστε και κει, και παραπέρα. Θυμάσαι, τότε που είχαμε βρεθεί σε καταδίκη, σε διπλανά κελιά ο μεσιανός μας τοίχος έπαιζε με τη μουσική γραφή, σήματα Μορς (τα έχει εξηγήσει ο καλός ερευνητής που κάτω απ΄τη γη μας βασιλεύει, και που κουρδίζει την γυναίκα του Βασίλισσα του Κάτω του του Κόσμου – αυτή που δεν τρομάζει από θανατερές επιθυμίες). Όταν ο ήλιος λάμπει με τη ζεστασιά ενός Σεπτέμβρη, ωραίες μυρωδάτες γόμες σ’ έκπληκτα σχήματα, σαν όπως μοσχάτου σταφυλιού, ήτανε μωβ. Ελέφαντες και το μικρό κοάλα – σα σύνταγμα για την εξάλειψη λαθών (-μα δεν υπάρχουν!). Θέλω ξανά και να σου πώ πως σε αναγνωρίζω και ότι σ΄αγαπώ όπως μας χώρισε μια γέννα, δε με τρομάζει ούτε η μαύρη επιθυμία ούτε κι η κόκκινη, γιατί τις έχω αναγνωρίσει από μέσα. Έτσι κι αλλιώς, μονίμως για το πάντα – μα είμαστε της μερικής ποσότητας, μισές μερίδες από εδέσματα περίπλοκα που θα στόμωναν όλες μας τις αισθήσεις, από το μέτρο που λεγότανε Αδύνατον. Ακόμα κι έτσι, ναι. Έχουμε κατεβάσει τα ρολλά διότι, μερικές φορές – το φως το έξωθεν είναι επισταμένως ανελέητο, κι η σάρκα καταπονημένη απ΄τους ήλους – σταυρώνονται οι ψυχές και μέσα από το φέρετρο το ίδιο τους ακόμα. Και πες το σπίτι, πες το γάμο, και πες το μοναστήρι, όπως το έλεγε και κείνη η Σμυρνιά – την τύχη την πουτάνα μου! Ωστόσο, αν το μπορείς, αν αγαπάς, να μην την απελπίζεσαι. Εκείνη θα χαθεί σ’ ένα ημίφως ώστε να μην επιβαρύνει τόση ένταση τις αλλαγές πλάσματος ενυπνίου, καθώς ερήμην ετοιμάζεται για τη συνάντησή του με τη μοίρα. Ποιά πεταλούδα θελήσει όπως να ξεδιπλωθεί; Κάποιες φορές, η Άτροπος – είναι εκείνη που δεν έχει άλλο τρόπο απ΄την αναμονή για ένα θαύμα που ίσως δεν την περιέχει παρά σαν τον απόηχο ονόματος που από τα παιχνίδια της ηχώς, κατά τι, κάπως αλλοιώθηκε. Όμως, στις αγκαθιές, στην ακροποταμιά – κι όπου υπάρχει ταπεινή ζωή, να τη θυμάσαι.

© Ολβία Παπαηλίου, 2013
Η φωτογραφία είναι από τη συλλογή της συγγραφέα

Οι προηγούμενες επιστολές:

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε