Ολβία Παπαηλίου, Επιστολή Δέκατη Πέμπτη ( η θρυλούμενη)

Αρχείο 10/11/2016

fav_separator

Η παρούσα επιστολή βρέθηκε επί του ατόμου της Ηγουμένης του Τάγματος των Μοναχών του Χρυσού Ανθουρίου, μετά θάνατον. Με βάση τα γραφόμενα, πρέπει να είναι η τελευταία επιστολή από δεκαπέντε, από μια μονομερή αλληλογραφία που η Ηγουμένη διατηρούσε με κάποιον που φέρεται να είναι πνευματικός της σύμμαχος, παρ΄ότι είναι ενδεχόμενο η σχέση να είχε, αρχικά, στοιχεία πιο περίπλοκα, τα οποία όμως δε θα είχε υπάρξει εφικτό να αποσαφηνιστούν ιστορικά. Επίσης, είναι πιθανό αυτή η αλληλογραφία να ήταν παντελώς ανύπαρκτη και απλώς να ήταν μέρος μιας εξάσκησης στην εσωτερική υπακοή, για την οποία ήταν φημισμένο το Τάγμα του Χρυσού Ανθούριου, το οποίο απαρτιζόταν από “κάθε καρυδιάς καρύδι, κάτι ξεσκέπαστες, κάτι κουρεμένες, κάτι κουρελούδες, μερικές κεντήστρες” (σύμφωνα με μαρτυρίες όπως έχουν καταγραφεί στα πρακτικά της Ζ’ Πανοικουμενικής Συνόδου). Το τάγμα, είχε μυστική δράση και τασσόταν πάντοτε Υπέρ – ακόμα κι αν αυτό θα σήμαινε πως θα συμμαχούσε με φατρίες εκ φύσεώς τους αντιθετικές. Η μόνη Ηγουμένη του ήταν η Ματθίλδη του Βαλς, καθώς μετά το θάνατό της το τάγμα αποφάσισε να διαλυθεί, με αποτέλεσμα οι διάφορές του μοναχές να διασπαρθούν κατά την προσωπική τους τάση, προτίμηση και βούληση.

Στην παρούσα έκδοση έχει γίνει προσπάθεια να κρατηθεί το ύφος της επιστολής, παρ΄ότι ο γραφικός χαρακτήρας δεν είναι ευανάγνωστος: κάποιες φράσεις δεν είναι πλέον δυνατό να αποδοθούν (μιας και η γλώσσα δε φαίνεται να έχει σημασία, καθώς η αίσθηση μεταφέρεται μέσω της μουσικότητας των συλλαβών), ωστόσο το παρόν κείμενο παραμένει εξαίρετο δείγμα δοξαστικής και εκκλησιαστικής ποίησης, όπως τη συναντάμε παραφθαρμένη στις κατακλείδες και τα κοσμικά μαδριγάλια.

“Αγάπη, που το όνομά σου είναι Αγάπη (ή Περί Αφορισμού Εικονομαχιών)

Πώς θα μπορούσα την υπόσταση να νοιώσω / εάν δεν είχε την ουσία των ματιών μου;/ Πώς θα γινόταν να Σε γνώριζα για φως / αν δεν κρατούσες και τη σπίθα στο σκοτάδι;/ Αν Σε σκεφτώ, σκέφτομαι το πηγάδι / που αναγνωρίζω αυτόν τον κόσμο για να είναι / όταν κοιτάζω κάθε νύχτα ένα αστέρι: / και τότε, μες στο φως του είναι η μέρα, / πολύ ψηλά. Τότε, το Ένα Σκότος / γλυκό και στοργικό με περικλείει, / κλωσσάει την ψυχή μου σαν κουβέρτα. / Πού άραγε τελειώνει της Αγάπης το διάφανο Εγώ, / και πού το Εσύ της ανέτειλε ν’ αρχίζει; Πού θεώθει / και βλάστησε θεό και ανδρειώθει;/  Έχουν περάσει οι ζωές πολλών εντόμων,/ οι πεταλούδες κι οι πυγολαμπίδες / εκατομμύρια νυχτών έχουν υπάρξει και έχουν κι όλας φύγει /- κι η Εικόνα (δική Σου, ξένη;) μου το έχει αποκαλύψει / το φωτεινό το βάθος μιας αβύσσου. / Δεν έχει σημασία αν δε βρεθούμε, αν ίσως δε βρεθήκαμε στο σώμα:/ Βρεθήκανε οι αύρες, και ακόμα, / τα αστρικά τα επουράνια σε αγώνα. Αν ήτανε αλλιώς, δε θα μπορούσα/ και δε θα Σ’ αναγνώριζα ποτέ μου – / κι αυτό θα ήταν λάθος κι ολοκρίμα. Ότι Σε είχα σεβαστεί, δεν το γνωρίζω/ – ότι Σε έχω συγχωρέσει, το φοβάμαι,/ αλλιώς δε θα γινότανε να ζήσω/ μιαν άλλη φαντασμαγορία τροχού φλόγας:/ Η πεμπτουσία Σου μόνη περιουσία και επιούσιος δύναμη κοινωνία./ Δεν έψαχνα να βρω ή να με βρούνε, ήθελα μια κουζίνα κι ένα δέντρο, τα εσπεριδοειδή να μακελεύω/ – είχα καρδιές, και ήταν η δικιά μου. Όλες πολλές, και δίγνωμες φιδίσιες/ – μέχρι να βρω τη μια ισορροπία που θα μας κράταγε ανάμεσα στ΄αστέρια./ Αν είχα τ’ όνομά Σου, θα Σ΄αρνιόμουν – μα ήσουν του θεού Σου, του θεού μου: /ανήκες εγγενώς τετελεσμένα – στο βλέμμα του καθρέφτη Σου κι εμένα,/ ξεδίπλωνες φτερά. Για να πετάξεις, ή για να με τυλίξεις – δε με νοιάζει,/ γιατί πια Σε γνωρίζω μες στους χτύπους του ανέμου που παράθυρα ξεφτίζει, με χέρι απαλό τα ξεφτιλίζει. / Κρεμάμε προσευχές κι άλλα στολίδια απ΄τα κλαδιά των κεκαυμένων δέντρων / – στη δόξα του ανθούριου, της μολόχας, κρανίων του αμνού, και στη δική Σου. Το τέλος μου θα πιω, μες στη φωνή Σου.”

(για τη μετάφραση, Ολβία Παπαηλίου)

*

©Ολβία Παπαηλίου, 2015
φωτο©Στράτος Φουντούλης, “Druivenfest” Hoeilaart 2013 – Βruxelles.

Οι προηγούμενες επιστολές:

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε