Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, παρά θίν’ αλός

Αρχείο 30/05/2017

Σύνοψη τραγικής, λαϊκής ιστορίας

Αρχαίοι άγγελοι
χαιρετούν με τις
χάρτινες σημαίες τους.
Όλο και όλο,
μονάχα αυτό απέμεινε
απ΄εκείνη την παρέλαση

Το κέντρο είναι παραθαλάσσιο. Πάνω απ΄τα τραπέζια σειρές πολύχρωμοι λαμπτήρες μαρτυρούν τους ανέμους όταν έρχονται. Αν κοιτάξεις από μακριά εκείνον τον παράξενο όρμο θα πιστέψεις πως ταξιδεύει μες στη δόξα της νύχτας.

Κάθε βράδυ μια μικρή και κάπως αδέξια ορχήστρα παίζει ένα σωρό γνωστά τραγούδια. Είναι μια τρυφερή συντροφιά για τους θαμώνες του κέντρου. Μα είναι κάποια στιγμή που η ορχήστρα βρίσκει επιτέλους το ρυθμό της και οι πελάτες αμήχανοι συλλογίζονται τις πίκρες τους που αποκοιμήθηκαν για να επιστρέψουν τώρα δριμύτερες και οδυνηρές. Τότε το γκαρσόνι διατάζει το τέλος του κονσέρτου και οι οργανοπαίχτες απομακρύνονται με μια βαθιά υπόκλιση. Το κοινό χαιρετά συγκαταβατικά. Όσα θα συμβούν εφεξής ανήκουν στη σφαίρα του ανεπανάληπτου και του αδύνατου.

Οι παραθεριστές αγαπούν τούτο το μέρος. Καθένας τους αφήνει μια φωτογραφία ή ένα γράμμα για κάποιον φίλο που όλο φθάνει με τα μελλοντικά καράβια. Συχνά ρωτούν για τον απόκοσμο ναυτικό που πίνει πλάι στο κύμα. Τόσα χρόνια δεν πέρασε μια μέρα να μην φανεί. Θυμίζει τους ναύτες της Οστάνδης, πληρώματα ναυτικά και σκληροτράχηλα. Τα μαλλιά του είναι ψαρά και μοιάζει ν΄ανήκει κιόλας σ΄εκείνο το άλλο δωμάτιο, το κλεισμένο. Στα πόδια του πιστή προσμένει η λύρα που ΄χει χρόνια ν΄αντηχήσει στ΄ωραίο και ανεξερεύνητο πέλαγο.Και ανεμίζουν τα τραπεζομάντιλα και τα φώτα και σβήνουν οι φωνές στο στέκι του όρμου όταν τραγουδά εκείνος ο παράξενος άνδρας. Μια ρωγμή τον γέννησε στο γύρισμα του αιώνα, χιλιάδες μοίρες φορτωμένος προσπάθησε και έζησε. Και τώρα, εδώ σ΄αυτό το τιποτένιο θέατρο, σε μια άκρια του κόσμου, υπολογίζει το μερτικό του στην πλάση.
Θυμάται τα πρώτα του νιάτα στον τόπο που ρήμαζαν οι αρρώστιες και η φτώχεια. Και έπειτα ξανά, θρεμμένος μ΄οράματα μεγάλα και φαντασιώσεις μια ανάσα πριν την καταστροφή που ‘ρχεται πάντα μανιασμένη, προχωρώντας τούτο το σύμπαν. Εμφύλιοι, φωτιές και η οδός Φιλελλήνων που απομένει ορόσημο ανάμεσα στους στίχους μας είναι το φόντο και αυτού του αιώνα.
Προσοχή, ημιανάς, σ΄άπταιστα ελληνικά, παρουσιάστε, επ΄ώμου άρμ. Ενώπιον των βαθμοφόρων οι οπλίτες γερνούν μαζι με τα χιτώνιά τους. Εν καιρώ ειρήνης εκπαιδεύονται και συντηρούν το υλικό τους. Εν καιρώ πολέμου ένας Οδυσσέας της μεταπολίτευσης, ένα θαύμα, ακροβατεί στην πλώρη του καραβιού με τους κισούς και τ΄αναδυόμενα αμπέλια που οργώνει χιλιετίες την περίμετρο του κρατήρα. Χιλιάδες στρώματα και χιλιάδες πίκρες κυλούν κάτω απ΄τα θαλασσινά του μάτια. Τίποτε και κανείς δεν τον περιμένει. Τις μέρες κρύβεται μες στο φως και έτσι φθάνει απ΄το βάθος της τραγικής του διαδρομής. Τον παραστέκουν παράξενα πλάσματα και στίχοι και όλοι οι χάρτες τον δείχνουν.
Μερικά μίλια στ΄ανοιχτά απλώνονται τα νησιά που μας υποσχέθηκαν τα ποιήματα. Σαν έρθει και αυτό το καλοκαίρι θα κρυφτεί καθώς πάντα μες στ΄αγάλματα, για πάντα θα χαθεί.Επάνω του θα συγκεντρώσει ξανά όλους τους ρυθμούς. Στο εμπυραίο της ζωής θα δοθεί, ανάμεσα σ΄άλλες γλώσσες θα προσπαθήσει και θα σωθεί.
Το ξημέρωμα βρίσκει τις παρέες μεθυσμένες. Τρεκλίζοντας οι θαμώνες αναχωρούν με γέλια, με τραγούδια και μ΄όλη τη μοναξιά του κόσμου. Τότε, άμα σβήσουν τα φώτα ο παράξενος ναυτικός τραβά κατά τα νερά. Δεν είναι η Αλεξάνδρεια και η Σμύρνη που τούτη τη νύχτα πληγώσαν την καρδιά του. Είναι τα σπαρμένα νησιά και οι μορφές οι περιβεβλημένες τον νόστο.
Τον χειμώνα το κέντρο θα κλείσει. Τα γκαρσόνια θα πληρωθούν και θα ταξιδέψουν για την πρωτεύουσα. Μια καρυάτιδα θα διαφεντεύει όπως πάντα, τούτο τον όρμο.

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο©Στράτος Φουντούλης, Αγ. Νικόλαος 2012

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε