Λουκάς Λιάκος, Άκρες δακτύλων, έτη καθυστερήσεων

ΑΡΧΕΙΟ ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

 

fav-3

«Αυτός ο θυμός μιλά χαμηλόφωνα
έχει φαρδιά κοιλιά. Ξαπλώνει
αναπνέει βαθιά. Θα πεθάνει.»

Στέκεσαι στη γωνιά που ο δρόμος ποτίζει τη θλίψη με κάτι μικρότερο
πεύκα κι ένα χειμωνιάτικο πλοίο σε κρατούν σκεπασμένη. Δροσερά χείλια
ανθρώπινα χέρια είναι το καταφύγιο. Γαλάζια μάτια χασομερούν
σε συναίσθημα γονατιστό. Εφημερίδες ήλιος κι απόγνωση. Ω, αγάπη
έχεις δύο εποχές και μια δικαιολογία συνάντησης.

Ένας καφές πάντα σε περιμένει για να οπλίσει το αίμα. Σβήνω παράξενα.
O αφημένος άγγελος χτυπά τα φτερά, στα μακρινά βουνά η ζωή μας αλλάζει.
Με την άκρη του ματιού μου σε βλέπω, το κλουβί και τα περιστέρια
σε διατηρούν μες στην άχνη, το λίπος ενός βυθισμένου λουλουδιού
είναι οι έρωτες, το αίνιγμα η ήσυχη μέρα των δέντρων.

Ο λαιμός μιας φίλης κλαίει για μας, τα σταυρωμένα της μπράτσα
ράβουν μέσα στη σκόνη τα ρούχα μας, μα είναι ακίνητη χλωμή
ξεκοιλιασμένη. Γύρω της ταπεινωμένες πορτοκαλιές και δωμάτια κλειστά
μοιάζουν με κύματα οι παρουσίες, τα κρύσταλλα, στη πίσω αυλή
τα μικρά μας ονόματα περιπλανώνται, νικούν εκεί που γεννήθηκαν.

Οπλισμένο τρέχει το δάκρυ σου μεταξωτό μα δηλητηριώδες
κάνε τα μαλλιά σου στην άκρη, άσε με να διανύσω μονοκόματα το πρόσωπό σου
τώρα είσαι γυμνή και με θόρυβο, με πόδια και φτηνά υφάσματα
το στόμα που με ξεδιψά είναι ριπές από κίτρινα μάγουλα
είναι ο πειρασμός στα άνθη, στη βαρβαρότητα, στη γυναικεία φύση.

«Είναι χειμώνας τώρα; Ένας χειμώνας συγκινημένος
πάνω στις ράχες μας κάθεται χιόνι:
τα πράγματα που στραγγίζουν.»

fav-3

©Λουκάς Λιάκος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, 2011