(πρόλογος στον τόμο:
Dorothy Parker: The Collected – Dorothy Parker
Modern Classics, Penguin)
ΙΙI
(μέρος Τρίτο)
Διαβάστε τα προηγούμενα μέρη ( Ι ) και ( ΙΙ )
Τα βασικά στοιχεία της μακρόχρονης, όπως ήταν, ζωής της Ντόροθυ Πάρκερ, αναφέρονται συνοπτικά· και είναι κρίμα, εφόσον λίγες καριέρες, μετά από ένα λαμπρό ξεκίνημα, μπορεί να παρατηρηθεί να έχουν το ίδιο χωρίς διακοπή και λυπηρά εξαλειφθεί.
Γεννήθηκε ως Ντόροθυ Ρότσιλντ, το 1983, στο παραθεριστικό οικογενειακό κατάλυμα στο Γουέστ Έντ του Νιού Τζέρσεϋ. Η μητέρα της, που πέθανε στη νηπιακή ηλικία της Ντόροθυ, ήταν Σκωτσέζα· ο πατέρας της ένας πλούσιος κατασκευαστής ενδυμάτων (εργοστασιάρχης), δεν είχε καμία σύνδεση με την τράπεζα Ρότσιλντ. Μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη, αποστρεφόμενη έντονα τον αυστηρό πατέρα της και την ακόμη πιο αυστηρή μητριά της· παρακολούθησε σχολείο σε ένα καθολικό μοναστήρι γυναικών στο Μανχάταν και το Dana’s School στο Μοριστάουν, στο Νιου Τζέρσεϋ· το 1916, έχοντας πουλήσει μερικά ποιήματα στον Frank Crowninshield, εκδότη της Vogue, κέρδισε μια θέση «κύριου αρθογράφου» στο περιοδικό. Η αποστολή της ήταν να υποτιτλίζει φωτογραφίες και σχέδια μόδας και ο μισθός της ήταν δέκα δολάρια την εβδομάδα. Έγινε μία από τις αναρίθμητες πνευματικές προστατευόμενες του Crowninshield, και, πάνω στον ένα χρόνο, της προσέφερε μια πολύ καλύτερη θέση σε ένα άλλο περιοδικό του οποίου ήταν (επίσης) εκδότης –το γοητευτικό και κομψό Vanity Fair. Επρόκειτο να γίνει κριτικός δράματος του περιοδικού και από τη στιγμή που φαίνεται να μην έχει εκδηλώσει κάποιο πρόσφατο ενδιαφέρον για το θέατρο, ο Crowninshield είχε μάλλον ακολουθήσει κάποια από τις περίφημα ιδιοφυείς ξαφνικές εμπνεύσεις του. Την ίδια περίπου εποχή, παντρεύτηκε έναν καλοβαλμένο νεαρό άντρα από το Χάρφορντ, ονόματι Έντουιν Ποντ Πάρκερ, ο 2ος. Πήραν διαζύγιο μερικά χρόνια αργότερα, αλλά συνέχισε να χρησιμοποιεί το επώνυμό του, το οποίο προτιμούσε σε σχέση με το δικό της. Ένοιωθε μια σταθερή δυσαρέσκεια ως Εβραία· η ζωή ίσως να την είχε πιο πολύ ευχαριστήσει εάν η μητέρα της είχε υπάρξει Εβραία και ο πατέρας της Σκωτσέζος, και η ίδια είχε γεννηθεί μία Marston.
Στο Vanity Fair συνάντησε τους Μπέντσλεϋ και Σέργουντ, δυο άλλους εκ φύσεως ακατάλληλους για εργασία στους οποίους ο Crowninshield είχε διακρίνει πνευματικά προτερήματα, και η καριέρα της σαν το εξαιρετικά πνευματώδες μέλος της Στρογγυλής Τράπεζας της Αλγκονγκέν, ξεκίνησε. Δημιουργούσε ευφυολογήματα –συχνά αρκετά αξιοθαύμαστα ευφυολογήματα– τόσο εύκολα όσο περισσότεροι άνθρωποι λένε, «Είναι αρκετά ζεστό για σένα;» ή, «Πέρασέ μου παρακαλώ το ψωμί.» Έχοντας φύγει από το Vanity Fair έγινε μία από μια χούφτα συγγραφείς που βοήθησαν να σχηματιστεί ο χαρακτήρας του περιοδικού The New Yorker, το οποίο ιδρύθηκε από τον Harold Ross το 1925. Οι σύντομες ιστορίες της στο περιοδικό, αρχικά μόλις περισσότερο από κομματάκια πνευματικά βασανισμένου διαλόγου, οδήγησαν στην ανάπτυξη αυτού που αργότερα θεωρήθηκε από τους κριτικούς ως αναγνωρίσιμο είδος (γραφής) –μικροϊστορία του The New Yorker– παρότι κανείς από τους συγγραφείς εκείνων των ιστοριών, συμπεριλαμβανομένων και των Mrs. Parker, O’ Hara, Fuchs, Cheever, και Salinger, θα συμφωνούσε πώς το είδος υπήρξε. (Το έργο της κυρίας Πάρκερ επρόκειτο να εμφανιστεί στο περιοδικό από το 1926 έως το 1955 με ακανόνιστα διαλείμματα.) Πήγε στο εξωτερικό όπου συνάντησε τους Gerald Murphy, τους Hemingway και τους Fitzgerald. Εργάστηκε σκληρά στο λογοτεχνικό έργο της και, όταν το βιβλίο με τα ποιήματα Enough Rope εκδόθηκε, έγινε μπεστ σέλερ. Το ’30 παντρεύτηκε έναν ηθοποιό-συγγραφέα ονόματι Alan Campbell, ο οποίος ήταν έντεκα χρόνια μικρότερός της και αμφισεξουαλικός· είχε σαν κοινό σημείο μαζί της μια γενεαλογία μισο-Εβραίος και μισο-Σκωτσέζος. Παρότι (η κυρία Πάρκερ) ήταν πιθανόν η περίπτωση που κανείς άντρας δεν θα έμενε παντρεμένος μαζί της για καιρό, ο Κάμπελ ήταν όχι μόνο ένας αφοσιωμένος σύζυγος αλλά επίσης ένας ικανός μάνατζερ των επαγγελματικών και οικογενειακών υποθέσεών τους και ο γάμος τους διήρκεσε περισσότερο από ότι οποιοσδήποτε από τους φίλους τους είχε προβλέψει. Πήγαν στο Χόλυγουντ σαν συγγραφική ομάδα με μισθό κάτι πάνω από πέντε χιλιάδες δολάρια την εβδομάδα. Αγόρασαν επίσης μια φάρμα στο Bucks County, Pennsylvania. Προς μεγάλη της χαρά, στην ηλικία των 42 χρόνων της έμεινε έγκυος· έχασε το μωρό τον τρίτο μήνα (κύησής του.) Πίσω στο Χόλυγουντ, έγινε μια ακόμη πιο φλογερή ακτιβίστρια της αριστερής πτέρυγας, θέτοντας σε κίνδυνο τον Κάμπελ και την καριέρα της σαν σεναριογράφος. Εργάστηκαν σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες, σπανίως προς δική της ικανοποίηση. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Κάμπελ, παρότι είχε κατά πολύ περάσει την ηλικία της στρατολογίας, κατετάγη εθελοντικά στον στρατό και υπηρέτησε στο εξωτερικό. Πήραν διαζύγιο το 1947 και ξαναπαντρεύτηκαν το 1950· χώρισαν δυο χρόνια αργότερα και κατόπιν καταστάλαξαν σε ένα είδος γάμου το 1956. Ο Κάμπελ πέθανε το 1963 στο Χόλυγουντ και η κυρία Πάρκερ –ξανά, όπως σχεδόν πάντα, η κυρία Πάρκερ– επέστρεψε στη Νέα Υόρκη. Το τελευταίο της πρωτότυπο σημαντικό λογοτεχνικό έργο ήταν ένα θεατρικό έργο, The Ladies of the Corridor, στο οποίο συνεργάστηκε με τον Arnaud d’ Usseau. Στην κριτική του γι’ αυτό στο The New Yorker, ο Wolcott Gibbs περιέγραψε το έργο σαν μια καταγραφή γεγονότων της ζωής σε ένα οικογενειακό ξενοδοχείο στο East Sixties: «πρόκειται για το τελευταίο καταφύγιο εκείνων [των γυναικών] που έχουν χάσει τους συζύγους τους, που τα παιδιά τους μεγάλωσαν κι έφυγαν μακριά, και που δεν έχουν τίποτε να κάνουν με τα χρόνια που τους έμειναν εκτός από το να πηγαίνουν σινεμά, να προσέχουν τους μικρούς τους σκύλους και να συζητούν τις υποθέσεις η μια της άλλης με σφοδρή και περιχαρή μοχθηρότητα.» Ο Γκιμπς βρήκε κάμποσα να θαυμάσει στο έργο. «Κάποια εξοικείωση με προηγούμενες παραστάσεις και των δύο συγγραφέων» έγραψε, «με οδηγεί να συμπεράνω ότι η κυρία Πάρκερ, η οποία, αυτή την εποχή έχει τη συνήθεια να μειώνει με εκνευριστικό τρόπο τη φήμη της ως πνευματώδες άτομο, είναι υπεύθυνη όχι μόνο για την λεπτομερή και θανατηφόρα σπιρτάδα η οποία συχνά δίνει έμφαση στο σενάριο, αλλά επίσης για την οξεία κατανόηση της ανθρώπινης μοναξιάς, τη σκληρότητα, τη βλακεία, αλλά και την περιστασιακή λάμψη, την απρόβλεπτη ψυχική δύναμη που δίνει στους χαρακτήρες τις διαλείπουσες αναλαμπές τους με απεριόριστη αφοσίωση στη ζωή.» Η κυρία Πάρκερ είχε δουλέψει σκληρά στο θεατρικό έργο· ήλπιζε πώς θα τύχαινε μιας μεγάλης επιτυχίας και θα της προσέφερε, δεν έχει σημασία πόσο αργοπορημένα, ένα φρέσκο ξεκίνημα στη ζωή. Η πλειοψηφία της κριτικής στο θεατρικό έργο αποδείχτηκε δυσμενής και κατέβηκε μετά από σαράντα πέντε παραστάσεις. Η κυρία Πάρκερ είπε κατόπιν, «Ήταν το μόνο πράγμα που έκανα ποτέ για το οποίο ήμουν περήφανη.»
(συνεχίζεται)
*
Μετάφραση ©Ασημίνα Λαμπράκου

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.