Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο Γιώργος Σκούρτης στις συμπληγάδες


Και αν τα λόγια του
φαντάζουν σκληρά,
θυμήσου,
Μιλά για τα παιδιά μας

Σηκώθηκε χάραμα, έφτιαξε καφέ και συμμάζεψε το μικρό δώμα. Τα΄βαλε όλα σε τάξη, τα πράγματα, τις φωτογραφίες, τ΄αναμνηστικά, πάει να πει όσα πρόλαβε να σώσει απ΄του καιρού τις παλίρροιες. Στην παλιά βαλίτσα έβαλε δυο πουκάμισα, τα χαρτιά του με τα σβησμένα ονόματα, 1967, τ΄άλλα δεν ξεχωρίζουν πια γιατί τα σκέπασαν τα χρόνια και τα πράγματα, δεν μπορούν, λίγο λίγο χάνουν την λάμψη τους και περνούν στην ιστορία. Έπειτα τύλιξε το μεγάλο παραβάν από τις τέσσερις γωνιές του παραθυριού και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Οι οδοκαθαριστές, που ως γνωστόν αισθάνονται πρώτοι τον κίνδυνο της καινούριας μέρας, παραμέρισαν να περάσει. Είπαν είναι προφήτης και απόψε πεθαίνει. Γνωρίζει καλά τις ιδιοτροπίες του καιρού του, έχει μαζέψει νερό από βροχές κατοπινές και όλο βαδίζει. Είναι προφήτης μ΄όμορφο, γερασμένο πρόσωπο και με χιόνι στα μαλλιά, παραμερίστε να περάσει, να χαθεί, ψιθύριζαν και έκαναν τον σταυρό τους.

Έστριψε στον δρόμο του συνοικισμού, όλες οι πόρτες άνοιξαν, όλα τα παράθυρα ξημέρωσαν. Έσκυβαν το κεφάλι και σκούπιζαν τα δάκρυά τους, επειδή ο καιρός σώνεται Μαρία. Οι εποχές σωροί στους ώμους τους, τους ώμους του. Γεια σου προφήτη, φώναζαν οι γυναίκες με τις άσπρες νυχτικιές, σαν φαντάσματα του ΄22 και τα παιδιά φτιάχναν αψίδες με τα καλάμια του ποταμού. Η εποχή του φέγγει, είναι από στρας και ανατέλλοντες ήλιους που σκοτώθηκαν σ΄εθνικές οδούς και συλλαλητήρια. Γεια σου προφήτη, άλλο ξημέρωμα για μας δεν έχει πια, και πικραίνονταν όπως όταν στερεύει το κουράγιο του καλοκαιριού.

Θα κατέβει στην Αθήνα. Θα ζήσει για πάντα στα υπόγεια θέατρα, κυλώντας σαν νερό κάτω απ΄τα πόδια της παράξενης πολιτείας μας. Θα γεράσει στα υπόγεια, με δυο πουκάμισα λιωμένα στους γιακάδες, με σήματα σκοτωμένα ραδιοφωνικά, ανάμεσα σ΄άλλους θεούς. Όταν θα λυπάται, απ΄την κυπαρισσένια του μορφή θα στάζει τ΄άγιο νερό του καιρού. Όταν θα λυπάται θα ανοίγει την βαλίτσα του, θα ανασαίνει εκείνα τα χρόνια που οι άνθρωποι και η απόσταση τα΄παν παρηγοριά. Έτσι θυμούνται οι πεθαμένοι, έτσι τους θυμούνται οι ζωντανοί.

Τον άλλο μήνα θα γκρεμίσουν τα παλιά θέατρα. Κάθε απόγευμα ο κόσμος φθάνει και αδειάζει τα μελαγχολικά βεστιάρια. Αυτοί που έφθασαν καθώς πρέπει, τώρα αποχωρούν ντυμένοι Ρωμαίοι και βιολέτες και κορίτσια του αμερικανικού βορά.Τα κορίτσια περνούν με τις τουαλέτες τους πάνω απ΄τις στάχτες, τα κορίτσια φθάνουν εδώ γερασμένα. Η Άλκηστη, η Νιόβη, η Δήμητρα, η Ηλέκτρα ξοδεύουν τα λιγοστά τους νιάτα στον έρωτα. Θα γίνουν διάττοντες αστέρες και αναμνήσεις. Η πόλη γονατίζει εμπρός στη χάρη τους, στα ολόχρυσα βραχιόλια τους.

Το Χειρόγραφο της Ρωξάνης, σαν να λέμε τ΄άστρο της Βερενίκης, η Απεργία, Το συμπόσιο της σελήνης, συνιστούν μόνο μερικούς από τους τίτλους της πλούσιας εργογραφίας του πρόσφατα χαμένου Γιώργου Σκούρτη. Πέρασε με τα λιγοστά του υπάρχοντα, οπλισμένος με όνειρο και φως. Φόρεσε την Αθήνα κατάσαρκα, ήπιε την ιστορία, έσκαψε βαθιά ανάμεσα στους θεμελιώδεις χαρακτήρες και ένιωσε τους ανθρώπους ενός καινούριου, νεοελληνικού κόσμου.Έκανε σπίτι του μια σκηνή υπόγεια με πλατύτερο ουρανό απ΄τον δικό μας, έναν ευτυχισμένο ουρανό. Και μια μικρή πλατεία, σαν τις γαλανές των ποιητών. Σαν εκείνες που περιβάλλουν ας πούμε τα υπέροχα, φανταστικά ποτοπωλεία των ποιημάτων.

Τα σπάνια άνθη του κοιμούνται μες στη βαλίτσα που διαθέτει νεοελληνική απομίμηση δέρματος και μια ολόχρυση αγκράφα μ΄ανάγλυφο τ΄όνομά του λιμανιού. Τις νύχτες μες στον καταιγισμό της μοναξιάς του, τις νύχτες  λέω κερνά τους ταξιδιώτες που φθάνουν απ΄το Κορδελιό, τ΄Αϊβαλί, το Μόναχο, την Αμβέρσα,τις προκυμαίες όλου του κόσμου για να φτιάξουν μια νέα πατρίδα. Εκείνοι του διηγούνται τις ιστορίες τους και έτσι αυτό που σήμερα καλείται νεοελληνικός μύθος μπορεί και τραγουδιέται από στόμα σε στόμα, ειδικά τώρα που ο Γ. Σκούρτης περνά αθεράπευτος πίσω  απ΄το παραβάν και χάνεται, κρατώντας αυτό το θέατρο και αυτά τα παιδιά σαν φανάρια για τα μονοπάτια της ζωής του. Στη βαλίτσα του κουβαλά ένα δυο πουκάμισα, ένα χωριό, τσιγγάνους οργανοπαίχτες, τρούλους χρυσούς και ήχους μιας αιώνιας ελληνικής βάρδιας.

Ο Γιώργος Σκούρτης, κραυγή μιας εποχής που σφραγίζεται για πάντα, θα υπάρχει εφεξής περισσότερο αφού το να πεθαίνει κανείς μπορεί να σημαίνει πως χύνεται σ΄όλες τις διαστάσεις του χρόνου.