Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες

ΕΛΕΓΕΙΟ Ή Νυμφόληπτος *
                    (Καπνογένειου
                   τού Μαΐστορος)
Μου λέει να φύγω
Να με ξεχάσουν οι Μοίρες
Να σωθώ
Η φρόνηση που γερνά πιο γοργά από την καρδιά
Δίχως πια μάτια
Με τη σάρκα να φλέγεται να σ’ αγκαλιάσει
Να λιώσει στον κόρφο σου

Σαν το κερί στο φως
Τού ήλιου τού Αλωνάρη
Απ’ όταν αντίκρυσα
Την όμορφη γύμνια σου στο ρέμα
Ρόδο και κρίνο τού μεθυσμένου δάσους
Να λούζεις τη χάρη στο κορμί σου
Θεά των πόθων που τοξεύει ο Ίμερος
Αλλά μένω εδώ προσμένοντας το μέλλον
Και ας με σπαράξουν αύριο τα σκυλιά τού όχλου
Και ας έρθουν γελώντας οι φίλοι
Κηρύκεια δόρατα για το θνητό που σε αγάπησε•
Γιατί
Ακόμη κι αν σε ξεχάσει το σώμα
Θα σε θυμάται η ψυχή
Εσένα, λυγερή μου νύμφη
Όταν ερχόμουν
Στα ιερά λιβάδια με τις ανθισμένες πνοές
Ν’ αδειάσω τη φαρέτρα με τα βέλη
Στιγμές σαν ημίθεος
Πάνω στην όμορφη σάρκα σου
Εγώ ο φτωχός ακόλουθος τού Βάκχου
Να παίζω την τύχη μου στα ζάρια
Να σε κερδίσω να σ’ αγκαλιάσω
Κοντά στο ποταμάκι που κελαρύζει
Κυλώντας προς τη θάλασσα
Όπως η μάταιη ζωή μου που αναλώνεται
Σε στίχους σαν κόκαλα για τα σκυλιά τού όχλου.
*
*(«Μελαγχολία καθ’ ην ο πάσχων αναζητεί την ερημίαν»).
                                
Μήνυμα στον ποιητή Αλέξη Τραϊανό
                                 «Έχουν φύγει όλοι.Μα
                                   υπήρχε άλλωστε
                                   και κανείς; » *
Καλά έκανες και δεν άλλαξες Καρούζο
Ούτε το παλιό φθαρμένο πανωφόρι σου
Είναι σκυλόψυχοι οι καιροί,το ξέρεις
Τα κυνικά τους δόντια δαγκώνουν τις σάρκες μας
Αγκυλώνουν οι θλίψεις τις νύχτες
Μάς γδέρνουν με τα νύχια των Ερινύων
Με τους φαρμακερούς νυγμούς τού όχλου
Που εφημερεύει στα φτηνά καταγώγια τής αγοράς
Ξεπουλώντας ιδέες κι αισθήματα
Αυτοί οι καθήμενοι εν πύλαις
Που κάνουν κύκλους γύρω απ’ τίς ζωές μας
Πάνω απ’ τόν ύπνο πάνω απ’ τά όνειρά
Σαν οιωνοί αρπαχτικοί σαν τύψεις•
Δεν έχουμε πια κρησφύγετα
Για να κρυφτούμε
Ούτε πλησίστια για μακρινά ταξίδια
Που μας ονείρεψαν θαλασσινοί ποιητές
Μονάχα αυτά τα λόγια μάς απόμειναν
Που τα πετάμε μακριά και πιάνουν τόπο
Γίνονται πέταλα σε ρόγες κοριτσιών
Ωσαννά των τζιτζικιών στο λιοπύρι
Αλλά και την αξέχαστη βραχνή φωνή σου
Που ακούγεται ακόμη
Να τραντάζει τα σωθικά μας
Όταν νυχτώνει όλο με μιας
Και γίνεται
Νύχτα τής νύχτας
Να παίζει τα μαχαίρια με τους Λάρητες
Να μαχαιρώνει τού θανάτου τα άλλοθι
Ίδια η θαλπωρή μέσα στις θολωμένες σκέψεις μας
Εδώ στα μισά ενός αλλόκοτου καλοκαιριού.
*
*[Από επιστολή τού Αλέξη Τραϊανού (28.04.1978)στην Παυλίνα Παμπούδη /<<Φύλακας Ερειπίων>> εκδ.Πλέθρον]
                                  
©Ρογήρος Δέξτερ
φωτο: Στράτος Φουντούλης