Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Γιορτινές αναμνήσεις

Άτιμο πράμα το χρήμα, τον χαλάει τον άνθρωπο. Αυτό το μάθαμε από τα πρώιμα τα νιάτα μας, όταν ήμασταν παιδάκια, τότε που στις γιορτές πιάναμε παράδες από φιλοδωρήματα, μποναμάδες κι από τα κάλαντα τα Χριστουγεννιάτικα, τ’ Αγιοβασιλιάτικα και τα πιο φτωχά, των Φώτων, που σ’ αυτά τα τελευταία λίγοι πηγαίναμε, οι πιο παραδόπιστοι, «σήμερα ειν’ τα φώτα κι ο φωτισμός, τρεις χαρές μεγάλες κι ο αγιασμός». Στ’ άλλα όμως, τα πλούσια, άπαντες παρόντες: «καλήν ημέραν άρχοντες κι ας είναι ορισμός σας, αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά», αέρας, δεν χάναμε πελάτη, πέταγ’ η ομάδα.

Το χρήμα έρχονταν κοντά στις γιορτές, τότε που έρχονται και τα καλικαντζούρια, έφερνε όμως μαζί και την απληστία, ν’ αποκτήσουμε κι άλλο. Πως; Να το κερδίσουμε στα χαρτιά. Τράπουλες μας προμήθευε ο καφετζής, είχε απόθεμα παλιές, ποτέ δεν είπε όχι, συνωμοτικά πίσω από τον πάγκο μας έχωνε στο χέρι το πακετάκι. Τραπέζι, καρέκλες τ’ είναι αυτά; Κάτω στη γη το στρώναμε, στο χώμα απάνω, οι παίχτες γύρω γύρω σταυροπόδι, οι θεατές πιο πίσω, χάμω κι αυτοί, να μη δίνουμε στόχο, μη μιλάτε. Εικοσιένα και δέκα τριάντα ένα, εικοσιδύο και φάντης τριανταφεύγα, ξουράφια στο μέτρημα, χειμώνας καιρός, παγωνιά, τα δάχτυλά μας ξερά από το φυγιό, όλα καλά, καμία ενόχληση, καμία ενοχή.

Πίσω από το σχολείο είχε απόγωνο, καλή μεριά, αλλά μας τη χάλαγε ο δάσκαλος, έκανε καμιά φορά ντου και προγκάγαμε πάνω από τις μάντρες σαν τα βετούλια. Το πιο ασφαλές μέρος ήταν πάρα πάνω από το σχολείο προς το βουνό, στο τσουγκρί, ανάμεσα από τις μεγάλες κοτρόνες. Εκεί δεν κινδυνεύαμε να εγκλωβιστούμε, οι δίοδοι διαφυγής ήταν πολλές.

Μεγαλύτερη απειλή κι από τον δάσκαλο ήταν η επέλαση των μανάδων, αγανακτούσανε οι γυναίκες. «Παίζεις χαρτιά ρε κερατά κι άφησες τις γίδες κλεισμένες μέσα. Θάρθει, δεν θάρθει ο πατέρας σου; αλίμονό σου, κάτσε και θα δεις». Ξέραμε ο πατέρας ήταν συνένοχος κι αυτός, ήταν γνώστης του θέματος, σύμμαχός μας, από τα χαρτιά επέστρεφε, είχαμε εξασφαλισμένη την ατιμωρησία. Άστη να λέει.

Τ’ Άϊ Γιαννιού γυρίζαμε στο σχολείο, τα κεφάλια μέσα, οι τσέπες αδειανές, τα μάτια στα παράθυρα, κάτι πουλάκια πετάριζαν ελεύθερα κοντά στα τζάμια. Το χρήμα είχε εξαϋλωθεί, έφυγε αθόρυβα όπως λιώνει το χιόνι και μαζί του πήρε και τα δαιμόνια που το συνόδευαν. Οι καλικάντζαροι τα μάζεψαν γρήγορα γρήγορα για το κέντρο της γης, πάνε χάθηκαν. Ο δάσκαλος παρίστανε ότι δεν θυμόταν. Τα αδικήματα είχαν παραγραφεί, λόγω παρέλευσης ικανού χρόνου από την τέλεσή τους.

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

©Γιώργος Παπαθανασόπουλος