Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Λινόλεουμ

 

Ιστορίες
Απ΄τις παραβολές του κόσμου

Πλυθείτε και θα ΄στε καθαροί,
τους άδολους τρόπους
διώξτε απ΄την ψυχή.
Αλλιώς πιείτε
απ΄την άνοιξη
και δοθείτε
στο χαμό

Οι ρίζες του ακουμπάνε στον ουρανό, πουθενά δεν ανήκει. Όμως δεν είναι αυτό το δέντρο στη διασταύρωση, αυτός ο σιωπηλός φίλος, ο πάντα σταθερός με τα ρούχα του στο πάτωμα, έρμαιο των εποχών.

Είναι η ψυχή της που δοκιμάζεται, το πρόσωπό του υδατογραφημένο σ΄απέραντες σειρές από τρυφερά φιλμ. Είναι τα λινόλεουμ μες στο κιβώτιο του ταξιδιού, με σπασμένη κλειδωνιά και πολύχρωμα κιλίμια από χοντρή κλωστή. Οι ωραίες Κυριακές, τα ωραία ποιήματα, εκείνος ο καιρός του άδολου έρωτα, του υπερθετικού φόντου. Θα τα βρεις όλα εκεί μέσα, κάπως παλιά, βαλμένα στις θέσεις τους εδώ και χρόνια, μ΄ελάχιστη σημασία και όλο το ξεχασμένο σου φως.

Δευτέρα με Σάββατο, μ΄όλους τους καιρούς, ένα φριχτό, νυσταγμένο λεωφορείο για τους οδοιπόρους της αυγής. Του λόγου τους συνθέτουν ήδη μια ολόκληρη τάξη, ένα στέρεο έδαφος για την μεταφυσική σου ομορφιά. Μες στους συρμούς, μ΄έξαλλες ταχύτητες να γερνάς, ώσπου να γίνεις ατμόσφαιρα και σκιά ενός κεντρικού σταθμού. Όλες οι μηχανές, όλες οι γραμμές θα δουλέψουν απόψε για σένα. Χαλάλι οι βάρδιες και η παγωνιά του δρόμου. Όλες οι μηχανές, όλοι οι εργάτες, σαν ένα σώμα εργάζονται πυρετωδώς για χάρη σου. Το πρόσωπό σου το ζωγραφίζουν οι μηχανουργοί, έτσι μπορώ και σε θυμάμαι. Μια ζωή στην γραμμή παραγωγής υπ’ αριθμόν δύο, του εργοστασίου Άιντραχτ. Πού χάθηκε εκείνο το κορίτσι, τι γίναν τ΄άσπρα, καλοσυνάτα χέρια του. Πώς πνιγήκανε τόσοι στίχοι στους λαιμούς και τ΄αλάβαστρα, ποια φλέβα χτυπάει ακόμα, τι ώρα πήγε, θα χτυπήσει η σειρήνα δυνατά, μια άλλη βάρδια θα ξεχυθεί μες στον χώρο. Η καλύτερη μηχανή είναι η τέσσερα. Ο μοχλός χειρισμού της στηρίζεται σε μια περίτεχνη, μηχανική επινόηση. Πάει να πει πως στα χέρια τους οι πιο τυχεροί κρατούν το τελευταίο θαύμα της σύγχρονης μηχανικής, έναν παράγοντα που πρόκειται να μεταβάλει τις εμπορικές ισοζυγίες.

Σ΄άλλες στιγμές πιο προσωπικές αυτό το τραγικό κορίτσι διαβάζει τα γράμματά της. Όλα επεστράφησαν. Σφραγίδα ανεπίδοτο. Διαβάζει δυνατά, δίχως να κλαίει, κάπου κάπου γυρνά δυο γραμμές πιο πίσω και ξαναρχίζει, ζητώντας απεγνωσμένα την αλλοτινή της ομορφιά.

Δεν μου ΄χεις γράψει μια λέξη. Είπες, μόλις φθάσω θα σου γράψω. Θα κρύψω έναν ολόκληρο ρόδινο κήπο εκεί μέσα, είπες όμως τα παιδιά του ταχυδρομείου αλλάζουν τις διαδρομές τους γιατί είναι πικρή, πολύ πικρή η απόσταση που χτίστηκε ανάμεσά μας και έχουμε το πολύτιμο δικαίωμα κάποτε να σπάμε.

Απόψε υπέθεσα πως σε περιμένω και φρόντισα κάπως περισσότερο τον εαυτό μου. Μια από αυτές τις μέρες  με το αίσθημα του θανάτου νωπό στο πρόσωπο, θα σφραγίσω το πέρασμά μου. Θα πως δυο λόγια, έτσι για την έξοδο. Το εργοστάσιο Άιντραχτ είναι καλό και φροντίζει για εκείνους που μένουν πίσω, το εργοστάσιο Άιντραχτ παράγει καλά, μεταλλικά ελάσματα, περίπου εκατό χιλιάδες μικρά σίδερα παράγονται στις γαλαρίες. Το εργοστάσιο Άιντραχτ  ταξιδεύει σ΄όλα τα μήκη του κόσμου, χάρην στους ολοκαίνουριους, αυστριακούς εκκεντροφόρους το εργοστάσιο Άιντραχτ κερδίζει τον ανταγωνισμό στα σημεία. Όλες οι σημασίες του κόσμου συνοψίζονται στις κοινά παραδεκτές αρχές του εργοστασίου Άιντραχτ και των ανθρώπων του, ακούραστων αυτόματων που κατασκευάζουν ελάσματα, φροντίζουν την οξύτητα του νικελίου. Το εργοστάσιο Άιντραχτ φέγγει στον ήλιο σαν νησιώτικο σπίτι και παράγει καλά, αληθινά καλά ελάσματα. Παντού στις αίθουσές του ζωγραφιές της Μαρίας του Χιονιού, προστάτιδας μηχανών και ανθρώπων. Ολόκληρος αυτός ο κόσμος σταυρώνει τα χέρια του, προσεύχεται μες στους μεγαλειώδεις ναούς της σπάνιας πέτρας και  φυσά από μέσα της το θαύμα.

Λίγο πριν το τέλος,

Η τελευταία βάρδια σήμανε νωρίτερα. Είναι άρρωστη, καίγεται στον πυρετό. Βαδίζει κάτω από νέον φωτισμούς, πάντα διαφορετική και ωραία και ευεργετημένη. Στην άλλη πόλη θα την θάψουν. Τώρα περνούν οι οργανοπαίχτες και οι κατασκευαστές με τα κατάμαυρα σακάκια τους που ανεμίζουν αδειανά, οι ορχηστρίδες και οι Ίκαροι και όλες οι μυστικές και θαυμάσιες ειδικότητες που δαπανώνται μες στους κόλπους ετούτης της ζωής.

Ξημέρωνε μια αγνή ημέρα, ένα διάφανο πρωινό. Η πόλη περνούσε στην αιωνιότητα. Οι ιατροί έσκυψαν εντός της με τρυφερότητα. Έκλαψαν και για μια στιγμή έχασαν την πίστη τους στο λειτούργημα.  Ένας πικρός, μεγάλος έρωτας έγραψαν στο πόρισμά τους  Η δεσποινίς εισήχθη με συμπτώματα νοσταλγίας αργά χθες τη νύχτα. Τι νύχτα! Να βλέπατε τις σειρήνες και τα μεταγωγικά του τραγουδιού και σημασίες από πράγματα απατηλά και αγαπημένα. Διενεργήθηκε νεκροτομή και έφεξε παντού  η κοινή στην ομορφιά, τον έρωτα και τον θάνατο μοίρα μας. Όσα και αν πούνε, τούτο θα  παραμείνει το πικρό και μέγα θαύμα. Πικρό και αποφασιστικό όπως και για την νεαρή Ελληνίδα της γραμμής παραγωγής, για το κορίτσι των είκοσι χρόνων που απόψε καταχωρείται στα ελάσματα του ουρανού και στα εργαλεία του τα πιο συγκλονιστικά.

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης