«Παιδεία θεατρική εστίν» της Μαρίας Πανούτσου, Αυτός που γεννήθηκε δύο φορές [Γ’]

Mία προσέγγιση στις Βάκχες του Ευριπίδη

Μέρος Γ’

Ο  Πενθέας ο βασιλιάς της Θήβας παρασυρμένος από τον Ξένο, τον μεταμορφωμένο θεό Διόνυσο, παροτρύνεται να  δει από κοντά τα όσα συμβαίνουν  στον Κιθαιρώνα  από τις γυναίκες της πόλης  που ανάμεσα σε αυτές  βρίσκεται και η μητέρα του, ως ηγετικό πρόσωπο. Οι γυναίκες ανεβασμένες στο Κιθαιρώνα οργιάζουν όχι με την σημερινή έννοια της λέξης αλλά με την διονυσιακή ερμηνεία του 5ον  αιώνα π.Χ την ιερή προσέγγιση της φύσης. Αφήνονται χωρίς  αναστολές  στην δύναμη και στην χαρά της φύσης, και οι σκηνές  στο σημείο  αυτό  του έργου είναι καθαρά παγανιστικές.  Παρακάτω  θα  διαβάσετε  μια σύντομη περίληψη του έργου των και θα πρότεινα, να διαβαστεί όλο το έργο σε μετάφραση  Γιώργου Χειμωνά.

Ο θεός Διόνυσος, ήταν πολύ πριν την γραφή των Βακχών, θεός που λατρευόταν στην Αττική και στην Ελλάδα. Όταν ο Ευριπίδης έγραφε τις  Βάκχες, η λατρεία του Διονύσου είχε ήδη  καθιερωθεί.  Όμως τα πρώτα χρόνια  της έλευσης του στον Ελλαδικό χώρο, υπήρχαν αντιδράσεις.  Αρχικά τον αντιμετώπισαν με εχθρότητα, γι αυτό, εξορίζεται  και εκδιώκεται, τελικά  όμως γίνεται αποδεκτός   με την ισχύ της μαγείας. Είναι ένας  μετανάστης από την Θράκη ( Ξένος)  και  προστέθηκε στην ελληνική  θρησκεία πολύ  αργότερα από τους άλλους θεούς. Ο Όμηρος είναι  η πρώτη μας  φιλολογική πηγή για τον Διόνυσο. Ο Διόνυσος με τα πολλά ονόματα Ίακχος,  θεός Ταύρος, Λικνίτης, Δενδρίτης  Βάκχος,  Θεός  Διθύραμβος, Βρόμιος, Βραίτης, Σαβάζιος, με τις πολλές ιδιότητες  είναι ο θεός που το  επαναλαμβάνω,   είναι πιο κοντά στον άνθρωπο και σώζεται  από την λήθη που θα οδηγηθούν κάποια στιγμή οι θεοί του Ολύμπου. Εκείνος συνεχίζει την Βακχική διαδρομή του  και επιβάλλεται συνδεδεμένος πια  και με την τέχνη του θεάτρου.

O Ευριπίδης σε όλα του τα έργα, δίνει μεγάλη σημασία στον χρόνο. Τον ενδιαφέρει  η διαδρομή από το παρελθόν στο παρόν , με  ενδιάμεση κατάσταση, όχι την εγγυημένη παράδοση αλλά καταστάσεις αβεβαιότητας, ανασφάλειας και η ανυπαρξία της λογικής συνέχειας. Στις Βάκχες όπως και στα περισσότερα έργα του  που έχουν διασωθεί, παρουσιάζεται το στοιχείο  της θυσίας με όποια μορφή κάθε φορά βρίσκει  αναγκαίο να την παρουσιάσει. Ο Πενθέας  στις Βάκχες έχει φτάσει στα όρια της ύβρης και η αδυναμία του αυτή,  θα του στοιχήσει την ζωή. Με την θυσία του, θα πεισθεί και η πόλη, που μετά τα θανατερά γεγονότα,  θα ακολουθήσει τον θεό Διόνυσο και θα τον λατρέψει. Ο Πενθέας που αρνείται  το  μασκάρεμα στην αρχή των Βακχών,  αυτός θα   μασκαρευτεί και σαν  πρόβατο σε σφαγή  θα οδηγηθεί από  τον Θεό στην θυσία και θα σφαγιαστεί  από την ιδία του την μάνα. Μάνα και γιος,

Αγαύη και Πενθέας,  άπιστοι, αμφισβητίες,  ξένοι προς το διαφορετικό και οι δύο, θα αυτοκαταστραφούν μαζί και  εδώ  διαφαίνεται  ένα ακόμη στοιχείο  και ένα  υπόγειο μήνυμα του συγγραφέα,  για την μητέρα και το πώς  μεγάλωσε τον Πενθέα όπως τον μεγάλωσε. Και  οι δύο θα χαθούν.

Ο Ευριπίδης  αυστηρός και  κυνικός θα αναποδογυρίσει την κλασσική  γραφή της τραγωδίας και θα  φιλοσοφήσει επί σκηνής,  περισσότερο από τους άλλους τραγικούς χρησιμοποιώντας τους μύθους  με  καινοτόμο τρόπο. Ο  ίδιος μοναχικός, απόμακρος, απών από τα δημόσια λειτουργήματα, μακριά από τον θόρυβο  της  αγοράς,  δημιούργησε το κατάλληλο περιβάλλον για να μείνει αντικειμενικός σε ό,τι τον  περιέβαλλε και ό τι τον απασχολούσε.

Ο Πενθέας, που ορίζεται  με το όνομα αυτό, δηλώνει  εξ’ αρχής την πορεία του προς τον θάνατο( πένθος )και γίνεται εργαλείο στα χέρια του Διονύσου, για την εγκαθίδρυση της  δύναμης του ανάμεσα στου θεούς του Ολύμπου που  με την πάροδο των χρόνων θα αποσυρθούν αλλά η  δική του ύπαρξη,  θα  μεταλαμπαδευτεί στο μέλλον,  στο σύγχρονο θρησκευτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι.

Η μεταμόρφωση που απαιτείται από τον θεό Διόνυσο είναι μια βαθύτερη και ουσιαστική γνώση της φύσης του ανθρώπου παρόμοια  με την αναζήτηση του   Οιδίποδα,  που δεν αρνείται αλλά αντίθετα από τον  Πενθέα την  επιδιώκει έστω και στα γεράματα,  με ό, τι κόστος  συνεπάγεται η γνώση  αυτή. Η συμφορά του Οιδίποδα δεν είναι η προγεγραμμένη μοίρα του, αλλά ο χαρακτήρας –το υλικό του-  και πως αυτό το υλικό  το διαμορφώνει και το διαπραγματεύεται με την ελεύθερη βούληση. Στα καρναβαλικά έθιμα έχουν μείνει  τα σύμβολα  μια ς σύνθετης διαδικασίας μεταμόρφωσης που ξεκίνησε από τις δράσεις των οπαδών του θεού Διόνυσου. Ο Τειρεσίας ο μάντης  του αρχαίου κόσμου και γνωστή φιγούρα στις  τραγωδίες, πάντα αναφέρεται σε μία παρένθεση και επισημαίνει με τον προφητικό του λόγο,  πόσο σημαντικό είναι στην πορεία της  ζωής  ο άνθρωπος  να ανοίγει παρενθέσεις και  να  εξασκείται σε  ρόλους. Οι ρόλοι δεν είναι μόνο στο θέατρο αλλά και στην ζωή. Είναι η τήρηση των συμβάσεων  και των ποικίλων ισορροπιών, στην συλλογική ζωή  των πόλεων.

Αν ασχοληθούμε λίγο με την ιστορία του καρναβαλιού και τα έθιμα στην Ελλάδα αλλά και σε άλλη μέρη, διαπιστώνουμε μια αισθητική-ηθική, πολύ  βαθειά ριζωμένη     στους λαούς  με αναφορά στην εκτόνωση της κοινωνίας από καταπιεσμένες επιθυμίες και την επιστροφή της σε μια  ανάγκη ηρεμίας και ομοιόμορφης ειρηνικής ζωής.

Tα πρόσωπα του έργου και ο Ξένιος Διόνυσος

Διόνυσος (με τη μορφή θνητού): Ανοίγει την παράσταση. Γιος του Διός και της Σεμέλης. Κατά τη διάρκεια του έργου δεν φανερώνει την πραγματική του ταυτότητα, αλλά εμφανίζεται σαν ακόλουθος του Διονύσου, ο ΞΕΝΟΣ. (Μεταμόρφωση)

Χορός: Γυναίκες από τη Λυδία. Βάκχες, ακόλουθες του Διονύσου.

Τειρεσίας: Μάντης. Είναι υποστηρικτής της νέα θρησκείας.

Κάδμος: Ο γηραιότερος από την οικογένεια τού Πενθέα. Υποστηρίζει τη νέα θρησκεία, αν και δεν την αποδέχεται, γιατί πιστεύει ότι τιμά τη γενιά του.

Πενθέας: Εγγονός του Κάδμου και βασιλιάς της Θήβας. Διώκει το Διόνυσο με σκοπό να βάλει τάξη στη Θήβα.

Αγαύη: Μητέρα του Πενθέα. Βακχεύει στα όρη, κάτω από την επιρροή του Διονύσου.

Αγγελιαφόρος Α: Βοσκός από τον Κιθαιρώνα.

Αγγελιαφόρος Β: Υπηρέτης του παλατιού.

Διόνυσος (με τη μορφή θεού): Εμφανίζεται στο τέλος του έργου με την πραγματική του μορφή, με σκοπό να εδραιώσει την κυριαρχία του.

 

Συνεχίζεται. →

©Μαρία Πανούτσου. Δοκίμιο, για την Μεταμόρφωση  στην Τέχνη και στην Ζωή.

(Το Δοκίμιο  παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Κλίβανος –περιοδικό επιθεώρησης γραμμάτων και τεχνών).

 

Διαβάστε ὀλα κείμενα της Μαρίας Πανούτσου →