Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Το πορτρέτο

[Πίστη! Θα πρέπει να την αναλύσω κάποια μέρα.*
Όσκαρ Γουάιλντ]

Της το πέταξε από το τηλέφωνο. Δεν είχε το θάρρος να την κοιτάξει κατάματα και να της το πει. Χέστης. Της το πέταξε και κατέβασε το ακουστικό αφήνοντάς την στήλη άλατος, πριν γυρίσει να κοιτάξει πίσω της. Αν προλάβαινε και γύριζε να κοιτάξει, ίσως να μην έμενε στήλη. Ίσως να κουνούσε το κεφάλι με συγκατάβαση. Μπορεί και να του ήταν ευγνώμων που θα την λύτρωνε από μια σχέση σε συνθήκη αποσύνθεσης. Δε τα πήγαιναν καλά τελευταία. Είχαν βαλτώσει. Η σχέση συνεχώς σε φθίνουσα πορεία. Την Έλσα δεν την ικανοποιούσε πια. Ούτε κι εκείνον. Το έβλεπε. Είχαν αλλάξει κι δυο. Σέρνονταν. Στο μυαλό της συχνά στροβίλιζε η ιδέα του χωρισμού. Να τελείωναν επιτέλους. Όμως δε του είχε πει ποτέ τίποτα. Ενδεχομένως κάποιες νύξεις. Κάποια μη λεκτικά μηνύματα. Ίσως της έλλειπε το θάρρος. Ίσως βολευόταν στο ελάχιστο της παρουσίας. Ίσως γιατί τον νοιαζόταν. Αυτός όμως τη διέλυσε με τον τρόπο που της το έφερε. Δέχθηκε πισώπλατη μαχαιριά κι ας της το είπε ευθέως. Την έφερε στα πρόθυρα κατάρρευσης.

Πήρε μηχανικά την κούτα με τα χρώματα και τα πινέλα. Άπλωσε τον καμβά. Άρχισε να ζωγραφίζει το πορτρέτο του. Αφοσιώθηκε στη ζωγραφική κι αυτό την κράτησε κάπως για να μη καταρρεύσει. Με αυτή του την πράξη λες και αναζωπύρωσε τα συναισθήματά της. Μπορεί και να το είχε κάνει γι’ αυτό ασυναίσθητα. Να κεντρίσει και πάλι το ενδιαφέρον της. Ποιος ξέρει. Ήταν βέβαιο πως κι εκείνος την ένιωθε να απομακρύνεται από κοντά του. Μπορεί και να βιάστηκε να βρει υποκατάστατο. Μη και βιώσει εγκατάλειψη. Αυτό δε θα το άντεχε. Θα ήταν μεγάλη ματαίωση γι’ αυτόν. Κι ύστερα θα έμενε μονάχος. Κάτι που επίσης δεν άντεχε. Με τίποτε. Ποτέ δεν είχε μείνει μονάχος. Από την προηγούμενη σχέση είχε ξεκόψει αφού πρώτα τα είχε φτιάξει μαζί της. Κι εμένα τα ίδια θα μου κάνει. Της ήρθε σφήνα η ίδια σκέψη που είχε κάνει και τότε, στην αρχή της σχέσης, όταν το είχε καταλάβει. Της τρύπησε πάλι τα μηνίγγια. Πάλι το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι. Μπουνιά που τη δίπλωσε στα δυο. Πίστη! Θα πρέπει να την αναλύσω κάποια μέρα, σκέφτηκε.

Έστρεψε αμέσως την προσοχή στις αποχρώσεις του γαλάζιου που ήθελε να πετύχει για το πουκάμισο. Θέμα μηχανισμών άμυνας. Συνήλθε κάπως. Το μυαλό ωστόσο δούλευε πυρετωδώς. Προσπαθούσε να επεξεργαστεί τα δεδομένα. Η εξέλιξη ραγδαία. Απρόσμενη, κατακλυσμιαία. Νταμπλάς. Ανακαλούσε γεγονότα. Έκανε υποθέσεις. Προσπαθούσε να θυμηθεί πως ακριβώς της το πέταξε. Τα ακριβή λόγια. Τον τόνο της φωνής. Προσπαθούσε να φανταστεί την έκφραση του προσώπου του, ενώ το έλεγε τόσο ψυχρά. Δικαστικός κλητήρας σε αναγγελία έξωσης. Ούτε καν επίδοση της απόφασης ιδιοχείρως. Πώς μπόρεσε να της το πετάξει τόσο ανελέητα.

Το χέρι δούλευε πυρετωδώς παράλληλα με τη σκέψη. Θα του ζωγράφιζε το ωραιότερο πορτρέτο. Με εκείνη την αθώα και λάγνα έκφραση που είχε κρατώντας την αγκαλιά στη φωτογραφία των πρώτων ερώτων. Θα έβαζε την ψυχή της στο πορτρέτο. Θα εισχωρούσε μέσα του. Λες και προσπαθούσε με τη ζωγραφιά να τον γητέψει από ξαφνική παράκρουση. Ξόρκι για να τον έφερνε πάλι κοντά της. Να τον κρατούσε αλώβητο από το φθοροποιό στοιχείο του χρόνου και της διανθρώπινης δυστοπίας. Να τον κρατούσε για πάντα στον παράδεισο της ερωτικής σαγήνης και αθωότητας. Μαζί της. Να έμενε άφθαρτος μαζί με το πορτρέτο και ο έρωτάς του γι’ αυτήν. Μια  άλλη διάσταση του  Πορτρέτου  ίσως. Εδώ θα διασωζόταν το πορτρέτο για να διασώσει την ερωτική αθωότητα και ομορφιά. Θυμήθηκε πως της μιλούσε γι’ αυτό συνεπαρμένος. Με δέος. Λες και τον είχε στοιχειώσει. Ήταν κι αυτός ωραίος κι ωραιοπαθής. Ο απόλυτος Νάρκισσος. Κατειλημμένος με τον εαυτό. Ο άλλος, αντικείμενο ικανοποίησης.

Απώθησε αμέσως αυτές τις σκέψεις. Προείχε να τον έφερνε πάλι κοντά της. Γι’ αυτό πάλευε απεγνωσμένα. Χρειαζόταν αθεράπευτα να πιστεύει ότι θα το πετύχαινε. Τον χρειαζόταν κοντά της. Ζωγράφιζε όλη νύχτα. Έκανε ένα υπέροχο πορτρέτο διαπίστωσε εξαντλημένη. Αυτή ράκος. Την κρατούσαν κάπως η θέαση του πίνακα και η σκέψη της συνάντησης. Θα του τηλεφωνούσε το πρωί. Θα του ζητούσε να βρεθούν για να του τον δώσει. Ας της είχε πει ότι δεν ήθελε να την ξαναδεί. Ότι είχε γνωρίσει μια άλλη. Ταραγμένη όπως ήταν μπορεί να μη κατάλαβε ακριβώς τα λόγια του. Μπορεί να θυμόταν λάθος. Δε θα μπορούσε να τέλειωνε έτσι η σχέση τους. Το πρωί θα τον έπαιρνε τηλέφωνο και θα του ζητούσε να του πάει το πορτρέτο. Θα τον έφερνε πάλι κοντά της.

*  Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέϊ , μτφ. Άρη Αλεξάνδρου

©Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

________
*Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, Δίοδος, http://www.poiein.gr, http://frear.gr/, https://diastixo.gr, http://staxtes.com/ http://www.intellectum.org,   http://fractalart.gr/https://staxtes2003.com/, https://tokoskino.me,  κλπ

*

φωτο: Στράτος Φουντούλης, Ατελιέ