Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μοτέλ

Δράμα σε μια πράξη
με
αναπνοές πλατιές

Ο Λουίτζι και η Άννα είναι ένα νιόπαντρο ζευγάρι. Κατοικούν στα κεντρικά της Ρώμης. Η ζωή τους μοιάζει δύσκολη, τα όνειρά τους ακατόρθωτα. Αγαπήθηκαν με πάθος και δίχως σκέψη αποφάσισαν να παντρευτούν.Εκείνος είναι ανειδίκευτος, πάει να πει μπορεί να διεκπεραιώσει ποικίλες εργασίες, όπως μεταφορές μετακομίσεις, αποκομιδή των σκουπιδιών και άλλες, σπάνιες εργασίες που απαιτούν γερά χέρια, ολότελα συνηθισμένα στις ταπεινότερες εργασίες. Η Άννα σπουδάζει φωτογραφία, μα τα όνειρά της έχουν κάπως ξεθωριάσει.
Κοιτάζει τον Λουίτζι και όλος ο κόσμος της αποκτά σημασία.Στο πρόσωπό του φέγγει ο πόθος και τ΄όραμα το πιο απατηλό. Το διαμέρισμά τους, κακοφτιαγμένο με δυο δωμάτια όλα και όλα στεγάζει την τρομαγμένη τους αγάπη. Απ΄ έξω μαστροποί, κόκκινα κορίτσια, φιλντισένια ξημερώματα, σκοτωμένες ερωμένες, εραστές κυνηγημένοι μες στο χάραμα, στρατιώτες, άνδρες της φρουράς που κυκλώνουν την Ρώμη απ΄το πρωί. Ο Λουίτζι δεν έχει επιθυμίες. Η καρδιά του απέμεινε παιδική και λησμονημένη στους εργατικούς καταυλισμούς του Ούντινε. Η Άννα που νιώθει τον χτύπο της καρδιάς του δεν μιλά, μονάχα ελπίζει πως ο Λουίτζι δεν θα σπάσει, πως δεν θα γίνει χίλια κομμάτια μια νύχτα σαν και αυτή. Έξω απ΄το μικρό παράθυρο ανάβουν οι μαρκίζες του νέον. Μοτέλ, χορός για λίγες λιρέτες, εδώ έζησε ο Παβέζε καθώς τραβούσε για τον θάνατο και το Τορίνο που΄ναι το ίδιο πράγμα, βενζίνες, σχολή χορού, ο Πιραντέλο μ΄ένα νεύμα, η πιο ενδιαφέρουσα παράσταση φέτος στην Ρώμη, η στρατονομία, παιδιά που αγάπησαν και προδόθηκαν και άλλον τρόπο δεν γνωρίζουν από την φθορά στους δρόμους. Όλοι περνούν από το μικρό τους παράθυρο με τα υπόλευκα και τα γαλάζια χρώματα Κάποιοι στέκουν και κοιτούν, άλλοι που δεν νιώθουν, περνούν σκυφτοί έξω από το μικρό διαμέρισμα αφήνοντας για παρακαταθήκες κάτι χειμώνες από βλέμματα και άλλο τίποτε.  Τα πρόσωπά τους ανάβουν κόκκινα, μπλε του κοβαλτίου, ασημένια. Τα πρόσωπά τους μαρτυρούν πως κάποιος έρωτας τους έφερε σε τούτη την γωνιά του κόσμου. Θα ΄λεγε κανείς πως ρεύματα ηλεκτρικά εισβάλλουν απ΄το παράθυρο και τους σφάζουν. Θα ΄ρθει άραγε μια άνοιξη για να τους πάρει, σαν βραδινό λεωφορείο μ΄όλη την ανείπωτη σοφία των χιλιομέτρων του.

Οι δυο τους στέκουν και έχουν στ΄ ανάμεσό τους το μικρό παράθυρο. Κοιτάζονται τρυφερά και αφοπλίζονται. Τα παιδιά των δρόμων που τόσο εύκολα ερωτεύονται γελούν πρόστυχα με τα κορίτσια της νύχτας, θυμώνουν και σκοτώνονται, εκεί ακριβώς πάνω απ΄τα χιλιάδες στρώματα των Αυγούστων. Ήχοι και φωνές της πόλης πλημμυρίζουν το θέατρο, κάποτε σφραγίζουν τις φωνές τους. Τι μοναξιά Θε μου, εκεί στο κέντρο του κόσμου για την Άννα και τον Λουίτζι που τόσο βαθιά ερωτεύτηκαν και έζησαν και πέθαιναν μαζί μες στο ρωμαϊκό καλοκαίρι τους.

ΑΝΝΑ: (μιλώντας χαμηλόφωνα, κοιτάζει τους περαστικούς) Ο κύριος Ρενιέ μου πρότεινε…

ΛΟΥΙΤΖΙ: (θυμωμένα με μια πορφυρή νέον μαρκίζα να ανάβει πλάι στο πρόσωπό του) Πάλι αυτός! Μα σου είπα, νομίζω, πως δεν θέλω πάρε – δώσε με αυτόν!

ΑΝΝΑ: Κάνεις λάθος! (παρεξηγημένη)

ΛΟΥΙΤΖΙ: (την πλησιάζει και έτσι κοντά τής μιλά, σχεδόν την πνίγει και ο αέρας της λιγοστεύει, λιγοστεύει) Αυτός νοιάζεται μόνο για σένα! Ξέρεις τι κάνουν στα κορίτσια του λόγου σου;

ΑΝΝΑ: Είσαι πρόστυχος!

ΛΟΥΙΤΖΙ: (γελά με την καρδιά του) Πρόστυχος; Εγώ;

ΑΝΝΑ: Ναι, εσύ! Καλά μου τα ΄λεγε η μητέρα.

ΛΟΥΙΤΖΙ: Θα την σκότωνα ευχαρίστως απόψε! Πες της να ξεκινήσει με το τραίνο. Ίσαμε το πρωί θα πεθαίνει έξω από την Μπολόνια!

ΑΝΝΑ: Εσύ να πεθάνεις! Εσύ, εσύ, εσύ!

ΛΟΥΙΤZI : (μοιάζει να απορεί) Μα εγώ Άννα μου, πόσο σε χρειάζομαι δεν το ξέρεις; Γι΄αυτό το λέω και μας πικραίνω. (σκύβει προς το μέρος της, αγγίζει τα χέρια της. Εκείνη τραβιέται ενοχλημέη.

ΑΝΝΑ: Ω , σίγουρα! Σίγουρα με αγαπάς τόσο βαθιά που δεν θα΄δινες σημασία αν κάποιος άλλος μου έκανε έρωτα. Ω, πόσο με αγαπάς Λουίτζι!

ΛΟΥΙΤΖΙ: (θυμωμένος) Ως εδώ! Πρέπει να βρεις μια καλή δουλειά! Η Ρώμη είναι σκληρή και τα κορίτσια του Ντομένικο κερδίζουν είκοσι δολάρια την αυτοκινητάδα. Αυτό μάλιστα! Αυτό είναι μεροκάματο για να φτιάξεις μια ζωή.

ΑΝΝΑ: Είκοσι δολάρια! Θα πιάσουμε την καλή, έτσι δεν είναι Λουίτζι; Αυτό δεν θες να πεις;

ΛΟΥΙΤΖΙ: (σηκώνεται από την θέση του, φορά το πουκάμισό του, χτενίζει τα μαλλιά του εμπρός από τον θολό καθρέφτη, ένα περιστέρι τινάζεται έξω απ΄το παράθυρό τους, εκείνη τρομάζει. Ο Λουίτζι ετοιμάζει τα πράγματά του.) Δεν έχω άλλη λύση. Αύριο το πρωί φεύγω για το Τορίνο. Θα δουλέψω στις οικοδομές, τα εργοστάσια, σχεδόν θα πεθάνω για να σου δείξω πόσο σε αγαπώ!Θα σου στέλνω χρήματα, θα σου γράφω γράμματα.

ΑΝΝΑ: Θα λείψεις καιρό, έτσι δεν είναι; (του φορά το παλτό του, τριμένο, μ΄ένα μαύρο, φθαρμένο χρώμα και ίχνη παλιάς βροχής.) Θα γυρίσεις με την άνοιξη έτσι δεν είναι;

ΛΟΥΙΤΖΙ: Όσο χρειαστεί Άννα.

ΑΝΝΑ: Θυμάσαι που ακούγαμε τις θάλασσες μέσα από τ΄αρχιτεκτονικά κοχύλια; Θυμασαι θάλασσες και όνειρα;

ΛΟΥΙΤΖΙ: Πρέπει να ζήσουμε.

ΑΝΝΑ : Μαζί.

ΛΟΥΙΤΖΙ: Θα σου στέλνω τον άγγελό μου, να σε προστατεύει.

ΑΝΝΑ: (ντύνεται αργά, κάπως απόμακρη.) Απόψε πεθαίνει η ψυχή ενός αηδονιού.

ΛΟΥΙΤΖΙ: Άννα…

ΑΝΝΑ: Μέσα μας βαθιά, θα μείνουμε καλοί χριστιανοί, έτσι δεν είναι;

ΛΟΥΙΤΖΙ: Πρέπει να φύγω. (αγγίζει το μπορ του καπέλου του με την μεταξωτή κορδέλα, δώρο αναχώρησης από τ΄αρχαία χρόνια.)

ΑΝΝΑ : Μείνε απόψε. Άκου, ανέμους που σέρνουν ξωπίσω τους οι συγκλητικοί. Να φοβάσαι τούτα τα χρόνια τ΄άδικα. (για κάπου ετοιμάζεται.)

ΛΟΥΙΤΖΙ: Άννα, εγώ…(σκύβει το κεφάλι του και ανάβει ένα τσιγάρο. Πλησιάζει στο παράθυρο και ένα γαλάζιο φως, λάμψη μικρής φλόγας γκαζιού, τον σφάζει.)

ΑΝΝΑ: Αγάπη μου, απόψε θα κάνω την Ρώμη δική μου. Όλοι θα λένε λυπημένα τ΄ονομά μου. Όλοι θα λένε, κοιτάξτε εκείνη την θλιμμένη ταξιδιώτισσα. (το μακιγιάζ της είναι πρόχειρο, κάτω από το φως του νέον η Άννα γερνά, γερνά, γερνά.)

(Σκοτάδι στην σκηνή. Έπειτα ένας θειαφένιος φωτισμός, ο Λουίτζι μ΄ανεμιστά γένια στο ίδιο δωμάτιο, χρόνια μετά. Η Άννα ντυμένη μ΄ένα πρόστυχο φουστάνι μπαίνει ήσυχα στο δωμάτιο. Πετά τα χρήματα, στο πρόσωπό της φέγγουν δυο σπουδαίες ερημιές.  Είναι μεθυσμένη, αγγίζει το πρόσωπο του Λουίτζι που κρατά ένα εισιτήριο για το Τορίνο, που θυμίζει  βομβαρδισμένες συνοικίες και νύχτες στην Ελευσίνα μ΄αεράκι, όλο τραγωδίες και ανεξήγητα γιατί. Εκείνη χορεύει, ένα τραγούδι γκρεμίζει την ησυχία στον κόσμο. Λέει δυο, τρεις στίχους και δίχως φωνή επιστρέφει στα νερά.)

Επιστρέφω στο Νότο,
όπως  πάντα κανείς γυρίζει στην αγάπη,
Επιστρέφω σε σας,

με την επιθυμία μου και με τον φόβο μου.
Με τον Νότο εντός μου,
μοίρα της καρδιάς,

Είμαι από το Νότο
φωνή ενός μπαντονεόν
που
Γυρνά στον Νότο

φορώ ένα τεράστιο φεγγάρι
και οι ουρανοί μου
αντεστραμμένοι

(Σκοτάδι στην σκηνή, ήχος τραγουδιού και η πολιτεία λαϊκή με ένα σωρό ρόλους ξοδεμένους. Τον κοιμισμένο αλήτη, την συνοικία που πεθαίνει, τους ιερείς, την Μαριάνθη του Λέτσε, τις τσιγγάνες, τους ενοίκους του σκοτεινού καφενείου, της ζωής την τραχιά ανάβαση.)

ΤΕΛΟΣ

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→