Γιώργος Μπουγελέκας, Θάμνος

Σήμερα έμαθα πως με λένε θάμνο.
Ήξερα πως ένα φυτό είμαι.
Ένα κοντό, ίσα με μισό μπόι, φουντωτό φυτό.
Ένιωθα πως ήμουν δυνατό.
Μπορούσα να φυτρώνω ακόμα και στα ξερά νησιά.
Νερό δεν χρειαζόμουν.
Όμως, τ’ αρώματα απ’ τα ανθάκια μου μεθούσαν σμήνος από μέλισσες και χυμό ευωδιαστό έδιναν.
Οι ρίζες μου ήταν γερές και κανένας αγέρας δεν κατάφερε να με χωρίσει από της γης τη φλούδα εδώ και χρόνια πολλά.
Δέντρο δεν ήμουν.
Δεν είχα κορμό μεγάλο,
ούτε πράσινα γεμάτα υγεία φύλλα.
Δεν γύμνωνα τους χειμώνες το κορμί μου,
ούτε περίμενα νερό για να φυλλογεννήσω πάλι.
Ήξερα τι ήμουν.
Ένα απλό, περήφανο φυτό,
που άντεχε στα δύσκολα,
χωρίς να θλίβομαι για αυτό.
Όμως, σήμερα,
που άκουσα πως τ’ όνομά μου είναι θάμνος,
-ένας κατώτερος,
ένας πούχει πάνω απ’ την κορφή του κάποιο νιούτσικο δέντρο-
δεν άντεξα τους αλαλαγμούς και τα ωσαννά των άλλων δέντρων προς τον ανάδοχό μου,
που χωρίς να το ξέρω με είχαν κυκλώσει στην ολοστρόγγυλη αίθουσα με τις μεγάλες λεξεις
και έβαλα φωτιά στα κλαδάκια μου.
Άφησα έτσι τους καπνούς του σώματός μου με τις αξέχαστες ευωδιές του να πνίξουν την αίθουσα και τα όνειρά μου.

*

©Γιώργος Μπουγελέκας, Ιουλίος 2019

φωτο: Στράτος Φουντούλης