Στέλλα Τενεκετζή, Του επαγγέλματός της -κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Εκδόσεις Απόπειρα, 2019

Είναι νεαρή δημοσιογράφος και μόλις ολοκλήρωσε το ένθετο της εφημερίδας της για τον Μάη του ’68. Η κόπωση, οι πολλαπλές συνεντεύξεις με τα στιγμιότυπα του τότε και του τώρα, η συγκίνηση, τα ερωτήματα και το πηγαινέλα στην Ιστορία, την αποσυντονίζουν. Αφήνει την αυτονόητη πραγματικότητα και, με μοναδικό εργαλείο τις λέξεις, αποτυπώνει την κινούμενη άμμο κάτω από τα πόδια των ανθρώπων, τις τυχαίες ή οργανωμένες για τη συνείδησή τους διαδρομές. Σε μια πόλη που θα μπορούσε να είναι η οποιαδήποτε πόλη αφού η ματιά της συγγραφέα εστιάζεται στα εσωτερικά τοπία των ηρώων της. Όμως εκείνη, πού βρίσκεται μέσα στις αφηγήσεις της; (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

*
Οι Στάχτες διαβάζουν τις 4 πρώτες σελίδες
Του επαγγέλματός της
(αντί Προλόγου)

11.56… 11.57… 11.58… 11.59… Ένα λεπτό ακόμη, ναι, στις 12.00 θα γίνει η εκτόξευση. Θα μαζέψει γρήγορα την τσάντα της, τους φακέλους που είδε με την άκρη του ματιού να έχουν πέσει σχεδόν πάνω στα πόδια του διπλανού κυρίου, το μπλοκάκι με τις σημειώσεις που βρίσκεται δίπλα στο λυμένο κορδόνι του παπουτσιού του, το πουκάμισό της, μισοκρέμεται στη ράχη της καρέκλας, θα τα πάρει όλα αυτά, θα ανακατέψει λίγο το μαλλί, θα σιάξει το γυαλί, ύστερα, κάτι σαν κραγιόν στα χείλη και… Εκτόξευση. Θα τρέξει μετά, δεν πειράζει, θα πει ότι καθυστέρησε γιατί την έπιασε το στομάχι — ναι, το στομάχι είναι από όλους πολύ σεβαστό — ότι μετά κάπως ζαλίστηκε, θα πει κανένα κρύο αστείο, σίγουρα πολύ καλύτερο από αυτά που κοπανάει συνέχεια η πεντάδα του πολιτικού, θα σωθεί η κατάσταση. Τη συμπαθεί και ο εκδότης, σίγουρα θα σωθεί, συνέχεια τον τελευταίο καιρό έτσι προχωράνε τα πράγματα. Μόνο να σηκωθεί. Στις 12.00 ακριβώς να πεταχτεί σαν πύραυλος από την καρέκλα της, να προλάβει την ομιλία. Είναι η συντονίστρια — είσαι η συντονίστρια, ρε χαμένη, τι δεν καταλαβαίνεις — ήταν μια φορά μια συντονίστρια που δεν συντονίστηκε με τον συντονισμό. Γιατί, 12.00 και είναι ακόμη εκεί. Δίπλα στον κύριο με τα μούσια, στην τελευταία σειρά από δεξιά, ακριβώς πίσω από τα banner, ίσως στο πιο σκοτεινό σημείο μιας όποιας ομιλίας μέσα στην έκθεση βιβλίου, πολύ μακριά από το λογοτεχνικό καφενείο που έπρεπε να είναι από τις 11.45 το αργότερο. Γιατί τα χέρια της δεν έβαλαν δύναμη δεξιά και αριστερά της καρέκλας, δεν άλλαξε θέση η σπονδυλική στήλη, δεν λειτούργησαν οι μηροί, τα γόνατα, οι γάμπες, τα πέλματα δεν έκαναν τίποτα. Ψέματα, τα πέλματα έκαναν. Μετακινήθηκαν δεξιά, ύστερα λίγο αριστερά, λες και έψαχναν με ιεροτελεστία ένα καλύτερο σημείο, να ενωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο με τη μοκέτα, να βιδωθούν στο ακατέργαστο τσιμέντο που βρισκόταν από κάτω. Αυτά. Όμως γιατί, γιατί όλες αυτές οι εσωτερικές λεπτομέρειες; Γιατί άλλο vibration, μωρό μου, πώς το λένε; θα απαντούσε η Μιρέλλα και εκείνη τίποτα. Χαλκομανία η κόρη της πάνω στον βολβό, συνολικά ακίνητο το μάτι.

12.05
Το μάτι ξανά ακριβώς δίπλα της, στο ρολόι του μουσάτου. Απίστευτη. Η κατάσταση γύρω της απίστευτη. Γιατί δεν την περίμεναν μόνο στο λογοτεχνικό καφενείο. Μακάρι να την περίμεναν μόνο εκεί. Μακάρι ακριβώς εδώ, έξω από την πόρτα, εδώ στα δεξιά, μακάρι να μην την περίμεναν. Και έκλαιγε μέσα της γι’ αυτό. Ένα δάκρυ φυσικό, ούτε δροσερό ούτε χλιαρό, ατελείωτο. Σαν βρύση που είχε ξεμείνει μισάνοιχτη σε σπίτι ιδιοκτήτη που θα έλειπε για καιρό. Έτσι. Σιγά και συνεχόμενα. Γιατί τον είχε δει. Κάτι δευτερόλεπτα πριν έρθει και σφηνωθεί σε αυτήν την καρέκλα — και ακριβώς την ώρα που πλησίαζε εκείνος με τη μηχανή του — πήγε, στάθηκε δίπλα στην τζαμαρία της εισόδου, ανάμεσα στην είσοδο και στο σταντ με τα προγράμματα δηλαδή, και τον είδε. Αλλά και να μην είχε αυτήν την ικανότητα να συλλέγει πληροφορίες, πάλι θα γνώριζε. Αυτός όταν ερχόταν, και χωρίς να τον δεις, γνώριζες πότε έφτασε. Και τώρα, μέσα στο αραχνοΰφαντο νέφος των ομιλιών, μέσα στη γωνία που πήγε και τρύπωσε, τον νιώθει. Κατεβαίνει από τη μηχανή του, βγάζει ένα τσιγάρο, το ανάβει, μπορεί να είναι ήρεμα εκεί, αιώνια να την περιμένει. Λες και δεν έχει άλλες έγνοιες ή ανάγκες, αυτός θα είναι εκεί. Γιατί αυτό είναι αυτός. Όπου είναι είναι. Εκεί όταν της μαζεύει τα μαλλιά για να της ψιθυρίσει, εκεί όταν δεν ασχολείται με όσα του λέει εμμονικά, εκεί στην τελευταία τζούρα του τσιγάρου του, στη βροχή που ήρθε χωρίς να την περιμένει, στη μουσική που θέλει στη μέση του πουθενά να ακούσει και πάντα βρίσκει τον τρόπο, εκεί όταν την ξεντύνει, όταν τη γλείφει, όταν τη χύνει, ακόμη και την μπίρα του όταν χύνει πάνω στα μεσημεριανά του κέφια, εκεί και όταν ονειροπολεί με τα βλέφαρα κλειστά, όταν χαζεύει ή όταν φωνάζει, όταν στεναχωριέται ή όταν χαίρεται, το ζει το σενάριο μέχρι θανάτου. Και δεν είναι μόνο αυτό. Μακάρι να ήταν μόνο αυτό. Μακάρι να μην υπήρχε το άλλο που το είχε βάλει μέσα της. Έβαλε τη σάρκα του και της το ξύπνησε δηλαδή και, είναι δεν είναι αυτός δίπλα της, αυτή, ως και μέσα στην κάσα, μαζί με αυτό θα πάει — είναι φτιαγμένο από τέτοιο υλικό αυτό.

12.10
Αυτό το αναποφάσιστο της ανάσας δεν το καταλαβαίνει. Μικρή ή μεγάλη, βαθιά ή ρηχή, ταραγμένη ή ατάραχη; Αλλά συνεχίζει. Εισπνοή εκπνοή, εδώ, στην καρέκλα. Και ο άλλος στην είσοδο, δίπλα από τη μηχανή να καπνίζει. Και ο εκδότης με όλους τους παρατρεχάμενους σε μια κάπως αναστάτωση, αλλά θα βρεθεί ο τρόπος, θα προχωρήσει η παρουσίαση στο λογοτεχνικό καφενείο, είναι σίγουρη, κι ας δονείται συνεχώς το τηλέφωνό της. Κι αυτές, οι συγγραφείς μπροστά της, στο θέμα τους: Είναι η ζωή δεξαμενή για τη γραφή ή η γραφή εργαλείο για μια καλύτερη ζωή; λένε και χαμογελούν, σαν κοριτσάκια ενώνουν σχεδόν τις μύτες τους, τόσο πλησίασαν η μια την άλλη.

12.15
Την άλλη φορά που συνέβη αυτό, να μπαίνει μέσα σε μια παρένθεση, ήταν στο λεωφορείο. Είχε ξαναγίνει και πιο παλιά, για την ακρίβεια συνέβαινε συνέχεια τον τελευταίο καιρό, αλλά εκεί, στο λεωφορείο, ήταν η πρώτη φορά που το κατάλαβε. Ίσως γιατί δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Ούτε να βγάλει το μπλοκάκι και να σημειώσει φευγαλέες σκέψεις μπορούσε ούτε τίποτα. Το σώμα ακινητοποιήθηκε όσο ποτέ. Έτσι απλά. Ενώ το είχε πάρει μόνο για δυο στάσεις το λεωφορείο, γιατί την είχαν χτυπήσει τα παπούτσια της, χωρίς κανένα πανικό, χωρίς κανένα φόβο, λες και η κατάσταση ήταν τελείως φυσική, αφέθηκε σε ένα αίσθημα αυξανόμενης ανάπαυσης και, με μια απροσδιόριστη επιτάχυνση, άρχισε να βιώνει πάσης φύσεως μεταβολές.

[Συνεχίζεται]

*
©Στέλλα Τενεκετζή