Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Η κανονικότητα των 5.3 ρίχτερ

Καλά κάνουν και τον λένε εγκέλαδο, το καταλαβαίνεις κάθε φορά που έρχεται να σε ταρακουνήσει, τι σεισμός και αηδίες, αυτά είναι για τους κουτόφραγκους, οι αρχαίοι ημών προγόνοι είχαν για κάθε περίσταση τον κατάλληλο μυθικό μπαμπούλα ώστε να αποδίδουν τις θεομηνίες. Και καθώς το διαμέρισμα πήγαινε πέρα δώθε μπορούσα να φανταστώ παραστατικότατα το τεράστιο χέρι του να κρατάει την πολυκατοικία προσπαθώντας να την ξεριζώσει. Ύστερα βγήκαμε όλοι στο δρόμο. Ντόπιοι, μαύροι και Φιλιπινέζοι γίναμε κουβάρι, ίσοι μεταξύ ίσων και λιλιπούτειοι σαν τυφλόμυγες ή κατσαριδάκια που τρέχουν να γλιτώσουν με υψωμένες τις κεραίες από την άγνωστη μπότα που πλανάται πάνω απ τα κεφάλια τους. Έτσι εξομοιώνονται οι άνθρωποι, πιάνουν μετά τα κινητά και πληκτρολογούν τα κουμπάκια πανικόβλητοι πέφτοντας πάνω σε νεκρά δίκτυα και ανοργασμικές τηλεφωνήτριες. Κι ύστερα σου λέει προοδεύσαμε και φτάσαμε μέχρι το φεγγάρι και επιτύχαμε τη σχάση και κάθονται οι θεοί να γελάνε μέχρι δακρύων με την πάρτη μας.

Βλέμματα χαμένα και τρεμάμενες συγκαταβατικές κουβέντες ήταν ότι αντίκρισα. Λίγα μέτρα παραδίπλα μου στεκόταν ο αχώνευτος γείτονας που δυο μέρες νωρίτερα με είχε κλείσει με το κωλάμαξο του. Τώρα να διαπραγματευόμαστε μαζί το μέγεθος και εστιακό βάθος. Έτσι παραμερίζονται οι διαφορές φίλε μου. Έτσι αντικρίζεις περιδεή και ανήμπορο το χθεσινό μαλάκα και αρχίζεις να συμπάσχεις μαζί του. Κάποιοι άλλοι έσπευσαν να πάρουν νερά από τη γωνιακή Φιλιππινέζα και ας μάζευαν υπογραφές όλο το μήνα να τη διώξουν επειδή η σκατόφαρα της μαζευόταν τις Κυριακές τα μεσημέρια απ έξω και έκλεινε το πεζοδρόμιο φωνασκώντας και καλαμπουρίζοντας σ’ αυτή την ακατάληπτη, ηλίθια διάλεκτο.

«Είσαι καλά;» με ρώτησε η απέναντι. Το ύφος της έκρυβε κάτω από τη συντριβή την αμοιβαία ενοχή. Φαντάσου να μας είχε βρει το κακό πριν μια βδομάδα που βγάζαμε τα μάτια μας όσο ο άντρας της έλειπε στη δουλειά και να κατεβαίναμε μαζί ημίγυμνοι στο δρόμο. Χάθηκε η λαγνεία και η προστυχιά από το ξέθωρο βλέμμα της αφήνοντας μόνο το κενό και όλα τα μυστήρια της πλάσης να μετεωρίζονται σαν ακυβέρνητα αερόστατα. Κι όταν αυτά εξαφανίστηκαν από το οπτικό πεδίο του νου, όταν τα δευτερόλεπτα έγιναν λεπτά και τα μπαλκόνια έμειναν ανέπαφα στη θέση τους, όταν η γη επανήλθε στέρεα κάτω απ’ τα πόδια, όλοι επανήλθαν στις τσιμεντένιες, μικροσκοπικές κυψέλες τους. Τροπαιούχοι και γίγαντες μεταξύ γιγάντων, άτρωτοι όπως πριν και πρόθυμοι μέσα στην κανονικότητα να διπλοπαρκάρουν, να φωνάζουν μέσα στο καταμεσήμερο, να πλένουν τα μπαλκόνια τους αδιαφορώντας για τους περαστικούς, να βγάζουν τα μάτια τους και το βράδυ να κοιμούνται με τη συνείδηση πεντακάθαρη…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης, Montréal, 2011.