Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μονότονα Αγριοπούλια

Χριστόφορος Λιοντάκης

Απόψε θ’ ανταποκριθώ στις απαιτήσεις τούτης της στήλης, στο κάλεσμα του βιολιστή που παίρνει φωτιά για την χάρη του αγίου καταμεσής ενός μήνα αυτοκρατορικού. Θ΄ ανταποκριθώ με φόντο αρκαδικό στην φωτιά του μεσημεριού που κατατρώει τον σχίνο, στις έρημες λεωφόρους, -πού πήγαν όλοι και εσύ αδερφέ μου, κάτω απ’ τις συστάδες τι να προσμένεις με κομμένη την ανάσα-, στα οξύμωρα της πέτρας που τα ‘δαν άλλοι προφήτες και τα ψιθύρισαν σ’ άλλους καιρούς. Και έγραψαν μια νέα πραγματεία απάνω στ’ απλό και το κρυμμένο.

Απόψε θ΄ ανταποκριθώ στ΄ άστρο του ποιητή και τους ωραίους, τους μεγάλους ύπνους. Στην τόση ερήμωση, στην τόση εξασθένηση του ποιητή Χριστόφορου Λιοντάκη και στην πλατιά του ανάσα. Σ΄ άλλο δεν θ΄ ανταποκριθώ, παρά μόνο σε πράγματα που προικίστηκαν, έτσι απλά, με την χάρη του ανέμου.

Χριστόφορος Λιοντάκης
Το ίδιο πάντα κλειδί στα χέρια σου. Το ίδιο πνεύμα απαράλλαχτο, να διατρέχει τα λαϊκά μας, τα ελαφρύτερα και τ΄άλλα. Είναι αλήθεια πως καθώς γερνούμε περνούμε στον κλασικισμό και από την αρχή ξαναζούμε τις παλιές γεύσεις, τις αρχαίες ηλικίες, τριγυρνούμε μες στα πένθη σ΄ εξοχές και αγροικίες παραμελημένες, επειδή μόνο από τα καλοκαίρια έμαθαν τούτες οι σημασίες να ξαναζούν. Κάπου σταματούμε και περιμένουμε τους παλιούς ήχους, τις φωνές τις ακεραιωμένες. Φωνές σαν εκείνη του Χριστόφορου Λιοντάκη που εδώ και λίγες μέρες ακούγεται στεντόρεια μες στα τρυφερά, τα ανεπανάληπτα εργαστήρια της φανοποιίας.

Είναι τα πένθη μας, οι πίκρες και οι χαρές μας, τα ιδιώνυμα και μη, τα τοπία και οι ομορφιές και όσα περνούν από μέσα μας ώσπου να γίνουν κάποτε σιωπές και συνειδήσεις και σχήματα πέτρινα. Ώσπου να γίνουν εκείνα που ονομάστηκαν, τ΄αλόγιστα της καρδιάς μας. Είναι παύσεις, εντάσεις, ρυθμοί και συγκοπές, υπαινιγμοί όπως εκείνοι που θάλλουν μες στα ποιήματα ενός χαμένου ποιητή. Και όλα τραβούν συγκλονισμένα να βρουν ξανά τους κήπους της Μεσσήνης, τ΄άλογα τα σιωπηλά και τις θολωτές συγνώμες ανθρώπων και θεών.

Τους ποιητές Αλκμήνη τους μελετούν οι φιλολογίες και τους κατατάσσουν επετηρίδες, προικίζοντάς τους με μια πικρή αθανασία. Δεν είναι όμως εικονοστάσια Αλκμήνη να ονομάζουν με τρόπο ανθρώπινο πρόσωπα και πράγματα. Δεν είναι προσευχές, ίσκιοι και νεφέλες. Ούτε το δειλό ρίγος που ένιωσε κάποιος μια φορά απάνω στο γύρισμα του στίχου. Τους ποιητές Αλκμήνη θα τους τραγουδούν σηματωροί, ήχοι της θαλάσσης, φίλοι χαμένοι εδώ και καιρό, ποιος ξέρει σε τι παράξενες και σκοτεινές μυσταγωγίες. Θα τους διηγείται εις τους αιώνες το τρεμάμενο λάδι και τ’ αναρίθμητα ψηφία της αγρύπνιας, ο βυθός του Θησέα και η αμεσότητα του κόσμου σε μια στροφή, σε κάποια απομίμηση.

Σε μας δεν απομένει άλλο Αλκμήνη παρά να προχωρούμε κάνοντας το χρέος μας ξανά και ξανά. Διαβάζοντας τον κόσμο, γυρεύοντας κατάκοποι εκείνο που ΄παν προορισμένο οι παλιοί ονειρευτές ονείρων. Σαν τον Χριστόφορο Λιοντάκη που ‘γινε κιόλας στίχος, φυλαχτό κρεμασμένο σ’ έρημα υποστατικά και καλοκαίρια.

*

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→