Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Red

νάβει ένα μοναδικό φως. Κάποιος μιλά, το φως φθάνει ως τον γκρεμό του λαιμού του. Το σώμα  του , το δικό του σώμα, διαγράφεται καθαρά, όμως από το πρόσωπό του δεν έχουμε παρά την φωνή.  Λέει τα παρακάτω λόγια και έπειτα επιστρέφει στο σκοτάδι, παραχωρώντας την θέση του στον δεύτερο ρόλο αυτού του έργου. Με το ίδιο ξαφνικό φως όλα ξυπνούν. Διαβάζει από μια εφημερίδα. Ακούγονται συρμάτινες φωνές που μπλέκουν και γίνονται παρανάλωμα στα ηχεία.)

Εξομολόγηση του νεαρού Κ. ο οποίος αποδέχθηκε ενώπιον του εισαγγελέα της έδρας την πλήρη και ολοκληρωτική του ενοχή.
Δεν ζήτησε κανένα ελαφρυντικό, πιστέψτε το. Οι κατηγορίες αφορούσαν την δολοφονία ενός άντρα μες στο καφενείο της οδού Φρανκλίν. Μια δίχως λόγο πράξη, δήλωσε ο κατηγορούμενος στην απολογία του που διήρκησε πάνω από δύο εξαντλητικές ώρες. Ερωτήθηκε για όλα τα σκοτεινά σημεία και αργά το απόγευμα οδηγήθηκε στο κελί του. Ψιθύρισε το όνομά της, Μαργαρίτα και από εκείνη την μέρα πέθανε για πάντα.
Αυτός είναι ο κήπος σου πια, του δήλωσαν γελώντας οι δεσμοφύλακες. Εκείνος, σε μια αναπάντεχη στιγμή, έβγαλε ένα πορφυρό μαντήλι μέσα από τα ρούχα του, κόκκινο σαν αίμα και ο κόσμος άλλαξε για πάντα.

(από τον εξώστη πέφτουν τα πορφυρά πέταλα της νύχτας, όλες οι εποχές περνούν μέσα από αυτήν την αναπάντεχη σκηνή.)

Παρακάτω ακολουθεί ένα αντιπροσωπευτικό απόσπασμα από την απολογία κάποιου μάρτυρα, ενός δεύτερου κάπως ρόλου σε αυτήν την υπόθεση. Όσα είπε αυτός ο άνθρωπος, τίποτε δεν άλλαξαν στην δίκαιη μοίρα του κατηγορούμενου. Όμως πολλοί στέλνουν ήδη τα γράμματά τους στην φυλακή, γράφοντας, φίλε μου, αδελφέ μου, είμαστε μαζί σου, τι σημαίνει το κόκκινο μαντήλι στα χέρια σου είναι ένα άλλο πράγμα και τα λοιπά. Τα πρόσωπα και οι σκηνές αναπαραστάθηκαν στις ημερήσιες εφημερίδες  με εξαιρετική ακρίβεια. Όμως είναι αδύνατο τα μάτια του να αντικρίσουμε, είναι αδύνατο να ζωγραφίσεις την ζωή όταν τρέμει.

(Το φως φωτίζει τώρα κάποιον στην άκρη της σκηνής. Στο φόντο μεγάλα κολάζ από πρόσωπα που παραμένουν αταίριαστα φανερώνοντας κάτι παράταιρο για τον κόσμο αυτής της παράστασης. )

Καμιά φορά επιστρέφω σε εκείνα τα χρόνια. Το βλέμμα του έφερε σημάδια από παλιές πτώσεις. Το χώμα τον έπνιγε. Χάθηκε μες στο καφενείο, στο βάθος παίζανε χαρτιά. Στους τοίχους υπήρχαν γύψινες διακοσμήσεις. Και από κάτω τα μοναχικά τραπεζάκια, για ανθρώπους σαν εκείνον. Κανείς δεν ένιωσε αυτόν τον νεαρό θεό του ήλιου. Κανείς δεν γνώρισε ποτέ κάποιον σαν αυτόν σε ολόκληρη την θυελλώδη ιστορία της οδού Φρανκλίν.

(με τα χέρια του αγγίζει όλα τα πράγματα, μια παλιά μυρωδιά κουβαλούν.)
 

Δίστασε, όμως η μοναξιά του τον πήρε από το χέρι και κάθισε. Είχε έναν χαμηλό φωτισμό και το γκαρσόνι του φάνηκε κάπως παράξενο, έτσι όπως έσκυβε σαν σουγιάς εμπρός στο πρόσωπό του. Το καφενείο εξυπηρετεί μια σπάνια ποικιλία ανθρώπων. Εργάτες, ταξιδιώτες, εραστές, ξενοδοχειακούς πράκτορες, λούστρους, μάγειρες, γκαρσόνια με λευκά σακάκια, μολυβένιους στρατιώτες σαν να λέμε. Παρήγγειλε, έτσι για να μην τον κακολογήσουν. Μα στα αλήθεια δεν τον ήθελε εκείνον τον καφέ. Τα νεύρα του είναι κάπως ερεθισμένα αυτόν τον καιρό, καμιά φορά πιάνει τον εαυτό του να σφίγγει τον λαιμό της Αουρέλια, με το ίδιο, δαιμονικό πάθος , ακριβώς όπως εκείνη την νύχτα στο Σαν Τέλμο με την πληγωμένη καρδιά, στα μπαρ με τον Έντουαρντ και άλλους τεχνίτες με οξυμένες ευαισθησίες, τον Κινέζο που εμπορευόταν ανθρώπους και λιαζόταν ως τις δέκα το πρωί πριν λουφάξει στην παγόδα του. Ξέρεις, εκεί σκοτώνει, εκεί κάνει έρωτα, εκεί συζητά και ζει τα πένθη του. Ο ίσκιος του διαθέτει την δική του ζωή μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία Μαργαρίτα.

Το καφενείο  θα κατεδαφιστεί.

(σηκώνεται, περπατά και αγγίζει τους τοίχους, τις φωτογραφίες που από τύχη ζουν.)

Η απόφαση πάρθηκε πια και συνιστά ένα αποτέλεσμα μη αντιστρέψιμο. Καταλαβαίνετε,

(η φωνή του σπάει από την ένταση)

πως εκείνος και η μοναξιά του, αυτές οι δυο, δοκιμαζόμενες ψυχές ρίχνονται πια  στο πέλαγο ολότελα συντριμμένες.
Ήταν ωραίος μες στ΄αγγλικά του υφάσματα, ναι, ωραίος μοναδικά.

(τώρα το βλέμμα του ταξιδεύει σε μια προσωπική ανάμνηση)

Μα τώρα πια μεγάλωσε, είναι πια ένας κύριος, δεν πρέπει να φανερώσει την τόση του συγκίνηση, τις φορές που  γλίτωσε από τον χαμό, αφοσιωμένος στα λάθη Του. Τα βιολιά παίζουν, παίζουν, παίζουν, τα αγγλικά του υφάσματα ας ανεμίσουν μες στην σάλα, καθώς η ιστορία θα τελειώνει με έναν έρωτα και δυο απέραντα, νεκρές μορφές. Κρατώ την συγκίνηση για το τέλος, είπες και έτσι ακόμη σώζεσαι, μες στις ζωγραφιές Μαργαρίτα.

(Ξανά το φως στον αφηγητή με το σπαραγμένο πρόσωπο)

Ο δικαστής, επισήμανε τον ιδεαλισμό του μάρτυρα και εξήρε την σημασία της αλήθειας, της δίκαιης ανταπόδοσης. Ο μάρτυρας στεκόταν στην θέση του ανέκφραστος. Και τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να δικαιώσει την παρουσία του, από το κόκκινο μαντήλι που φορούσε στον λαιμό του. Ένα κόκκινο πορφυρό, εξόχως θερμό Μαργαρίτα.

(ένα βαθύ κόκκινο φωτίζει την σκηνή απαλά  και οι δυο τους απλώνουν τα κόκκινα μαντήλια ώσπου όλοι οι φωτισμοί να σβήσουν. Και ακούγεται το θρόισμα, ακούγεται καθαρά το σκοτάδι πριν το φινάλε. Τις συρμάτινες φωνές δεν τις λησμονώ, μα αυτά είναι πράγματα προσωπικά, όπως κάθε τέλος, Μαργαρίτα.)

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→