Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Άμστερνταμ

Έφτασα στον κεντρικό σταθμό με την ταχεία. Ελάχιστα έδειχναν να έχουν αλλάξει από τον καιρό της πρώιμης νιότης μου, τότε που επισκεπτόμουν τακτικά την πόλη για κραιπάλη και φτηνό σεξ. Τα γλαροπούλια αναπαύονταν τεμπέλικα πάνω στην παγωμένη κρούστα των καναλιών. Το τραμ περνούσε ακόμα μπροστά από την πιάτσα των ταξί και τα ποδήλατα κινούνταν σαν αφιονισμένα κολεόπτερα . Άφησα τα πράγματα μου στο φτηνό κατάλυμα και βγήκα στο δρόμο για να αγοράσω λίγα γραμμάρια Μαροκάνικο. Το απόγευμα κάθισα σε ένα κεντρικό μπαρ να δω μπάλα πίνοντας αργά το pint μου, η Τόττεναμ υποδεχόταν τη Γουότφορντ και οι άγγλουροι, τύφλα στο μεθύσι, παρακολουθούσαν το ματς σα σινεφίλ σε πρεμιέρα του Φελίνι. Άναψα το τριακοστό τσιγάρο της μέρας και κατέβασα την προτελευταία γουλιά, άφησα όλη αυτή την παρακμή να με συνεπάρει, το βράδυ θα επισκεπτόμουν το αμαρτωλό μπαρ του παρελθόντος.

Δεν τη βρήκα εκεί, σίγουρα τα χρόνια είχαν οργώσει το κορμί της σαν ακούραστο άροτρο, τότε ήμουν δεκαεννιά και κείνη 35. Θα χε πενηνταρίσει οπωσδήποτε, μα τα κατάμαυρα μαλλιά της θα ‘χαν ξεθωριάσει άραγε; Τα σιλικονούχα μπαλκόνια της θα ‘χαν σκεβρώσει; Η προβοσκίδα ανάμεσα στους πλούσιους κρεόλικους γοφούς της θα’ ταν ακόμα αγέρωχη και διψασμένη; Μήπως είχε επιστρέψει στη Βενεζουέλα; Αλλά τι να κανε σάματις σε μια χώρα ανέκδοτο. Κάθισα στη μπάρα και παρήγγειλα μια ακόμα μπίρα, δεν είχα την αλλοτινή ομορφιά για να προσελκύω τόσο αβίαστα τα βλέμματα από πούστηδες, τραβεστί και ναυάγια. Αλλά η μυρωδιά της ανθρώπινης αποσύνθεσης με μεθούσε σαν παλαιωμένο αψέντι, τα θολά βλέμματα και τα ταλαιπωρημένα πρόσωπα πίσω από τα οποία μπορούσες να διακρίνεις την πιο μαγική ομορφιά. Από τα ηχεία δραπέτευε το «Disco Partizani» εν αναμονή ενός ακόμη drag. Η βαρβατίλα των εξημμένων Βαλκάνιων και Αράβων ξεχείλιζε από παντού. Τις άδειες στέπες, τα ευερέθιστα ρουθούνια και τα άπλυτα χνώτα.

-Έχεις ένα τσιγάρο;

Την είδα να έρχεται δίπλα μου με το εφαρμοστό, εμπριμέ μπούστο μέσα στο οποίο το ζεύγος των ψεύτικων βυζιών της ασφυκτιούσε. Μάτια αμυγδαλωτά και έντονα, χείλι βουτηγμένα στο υαλουρονικό και πιο κάτω οι γλουτοί της πεταχτοί και θρασύτατοι, φοραδίσια καπούλια που απογύρευαν αποκομμένα από την ύλη τον επιβήτορα της νύχτας. Ήταν δυνατόν να αρνηθώ, της έδωσα δύο και κείνη με επιβράβευσε με μια προσποιητή ηδυπάθεια στο πρώτο άναμμα.

 

Τρεις γραμμές άσπρης πάνω στο σαρακοφαγωμένο κομοδίνο. Απέναντι την έβλεπα να αποβάλει το εφαρμοστό κορμάκι της όπως το φίδι το φθαρμένο δέρμα του, έμεινε με το δαντελωτό στρίνκ που από μέσα του φούσκωνε το τελευταίο τεκμήριο του απαρνημένου ανδρισμού της. Γυναίκα και άντρας μαζί, άνθρωπος υβριδικός, πιασίματα πλούσια και ζουμερά, η πίσω όψη της ένας πίνακας του Μοντιλιάνι, η θηλυκότητα αποθεωμένη, και από μπροστά μια ξιφολόγχη να διασπαθίζει τις γαριασμένες βεβαιότητες.

-Εκατό ευρώ!

-Μα δεν είχαμε συμφωνήσει κάτι τέτοιο

– Εκατό ευρώ!

Επανέλαβε με τραχύτητα και αγένεια ξεχνώντας την πρότερη ηδυπάθεια. Έβγαλα από το πορτοφόλι τέσσερα χαρτονομίσματα των πενήντα Ευρώ και τα ακούμπησα πάνω στο τραπέζι, στο ένα τσιγάρο δύο, στα εκατό μπροστά, διακόσια! Γλύκαναν τα χαρακτηριστικά της και πύρωσε το σώμα, γίναμε ένα πάνω στα κοινόχρηστα σεντόνια, άφησα τη λύσσα μου να την τιμωρήσει για τη χωριατιά της με σκαμπίλια και φτυσίματα που έπνιγε μέσα σε απόκοσμους αναστεναγμούς. Μέχρι να οριζοντιωθώ ξέπνοος και χορτάτος στο στρώμα.

-Σου άρεσε;

Με ρώτησε καθώς έβγαινα από το μπάνιο, τα βλέφαρα της είχαν αρχίσει ήδη να γλαρώνουν, ο ύπνος πρόλαβε τη μονολεκτική μου απάντηση. Λίγα λεπτά αργότερα ροχάλιζε πάνω στο μαξιλάρι. Άνοιξα την τσάντα της και πήρα πίσω τα λεφτά, μαζί με το διαβατήριο και το i-phone της. Αποχώρησα από το φτηνό ξενοδοχείο ακροποδητί και βγήκα στην πηχτή νύχτα πετώντας τα πράγματα της στο κανάλι.

Κράτησα μόνο τα λεφτά μου…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

Φωτο: Old Card, vintage Amsterdam