Ασημίνα Λαμπράκου, Λούσιος (*)

Η ωραιοτάτη 

Σαν άφηνε την παιδική του ηλικία πίσω, στους λεπτούς ακόμη ώμους του, κουβάλαγε τρία σακιά μνήμες.

Στο ένα χώραγε η μάνα κι ο πατέρας του. Βαθιά σκαμμένα πρόσωπα, αυστηρά, σαν σε απόσταση μεταξύ τους κι ας αγκαλιάζονταν τα βράδια να ξαποστάσουν και να μεριάσουν τις ευθύνες τους. Κι οι προσμονές χαραγμένες κι αυτές στα πρόσωπα, οριζόντια, πλάγια και κάθετα στις παρυφές τους που το γέλιο είχαν ξεχασμένο. Τόση η ανέχεια και η προσπάθεια για το καθημερινό. Τέτοιες οι καταβολές που χάραζαν τον δρόμο τους.

Στο άλλο, είχε φορτώσει τη φωνή του που βάραινε και δεν είχε τρόπο να κουμαντάρει. Και, καθώς εκείνος μίλαγε, αυτή, απ’ το βάρος και τη βραχνάδα της, άλλαζε υπόστρωμα στις προθέσεις του όπως αντιλαμβανόταν από τη σαστιμάρα και τα μισά γελάκια ή τα συνοφρυωμένα, ανάλογα, πρόσωπα γύρω του.

Στο τρίτο. Στο τρίτο είχε τοποθετήσει εκείνην.

Συχνά του κρατούσε παρέα τα βράδια της παιδικής του μοναξιάς. Κι εκείνος, πότε με τα μάτια κλειστά και πότε ορθάνοικτα, της γλυκομιλούσε σα σε μαντόνα που δε θα άγγιζε ποτέ. Άλλοτε, ξεσπάθωνε πάνω της τον πόνο του. Τη στεναχώρια. Τις απαντοχές του. Τις χαμένες και τις άλλες. Αυτές από την έξαψη της επιτυχίας.

Κι άλλοτε, μονάχα την παρακολουθούσε να ταξιδεύει στο στερέωμα, να κρύβεται πίσω απ’ τα σύννεφα κι έπειτα πάλι να φανερώνεται. Να ανατέλλει. Να δύει το προχωρημένο πρωινό. Να μην έρχεται. Να την περιμένει.

Έτσι κάπως έμαθε να φτιάχνει στιχάκια που σαν μεγάλωσε έγιναν ποιήματα να του καίνε τα μάτια, να του καιν’ τα σωθικά. Κι αυτός, ντυμένος τα γονεϊκά του, να μην μπορεί να τ’ αφήσει να βγουν, να καταλαγιάσουν τα μέσα του. Κι όπως αυτά ρίζωναν εντός του, εκείνη φυλακίστηκε στη ματιά και την ψυχή του κι έγινε να την ψάχνει στις γυναίκες που αγάπησε κι αυτές που θέλησε να τον αγαπήσουν. Στα γοφιά και τα στήθια τους, μα πιο πολύ στα γοφιά.

Τη στρογγυλάδα της που τον θάμπωνε τα βράδια που του αποκαλυπτόταν γυμνή ή ντυμένη με πέπλα από σύννεφα, την έψαχνε στη στρογγυλάδα των γοφών τους κάθε που τις έβλεπε να περπατούν εμπρός του, να κάθονται συγυρίζοντας τα φορέματά τους, να σκύβουν να πιάσουν κάτι που τους έπεσε.

Έτσι και με τούτην. Την πιο όμορφη. Την ωραιοτάτη που έλεγε καθώς απέφευγε το όνομά της να φανερώσει. Μονάχα που εκείνη ήταν φτιαγμένη από τη πάστα των γυναικών που οι κινήσεις τους έχουν τη φινέτσα των καλά συμβουλευμένων του κύκλου τους που καμιά σχέση δεν είχε με εκείνον που μέσα του μεγάλωσε και τον συνόδευε ακόμη και τώρα.

Έσκυβε μαζεύοντας τα πόδια της στα πλάγια κι έμοιαζαν τα γοφιά της με σελήνη στο γέμισμα ή το απόγειό της με μισές τις στρογγυλάδες τους να τον κάνουν να αναπολεί την πανσέληνο των παιδικών του στιγμών.

Σα μαντόνα που δεν άγγιξε ποτέ.

Εκεί, στους κύκλους που κοπίασε να ανήκει και καμιά σχέση δεν έχουν με εκείνους μέσα στους οποίους μεγάλωσε και τον συνοδεύουν ακόμη και τώρα

[2011]

 

(*)
ψάχνοντας, κάποτε, ονόματα για τους χαρακτήρες μου:
  οι άντρες θα ’χουν τα ονόματα των ποταμών
γιατί αυτοί δεν μένουν στάσιμοι
ανάμεσα στη μήτρα που τους γέννησε
κι εκείνη που θα τους πάρει
  κι οι γυναίκες θα ’χουν τα αρχαία ονόματα τής
μνήμης των κυττάρων που μας γεννούν

*

©Ασημίνα Λαμπράκου
φωτο: Στράτος Φουντούλης