Ειρήνη Θυμιατζή, Κόκκοι άμμου

Οι χρωματιστοί κόκκοι άμμου κυλούσαν αργά και ήρεμα στην κλεψύδρα, όπως και οι μέρες του τον τελευταίο καιρό. Μόλις είχε μπει ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, ο μήνας που πότε κλαίει και πότε γελά, όπως κι ο Διονύσης.

Ξύπνησε από αιχμηρούς πόνους στην πλάτη, προσπαθώντας να αλλάξει θέση. Δεν μπορούσε μόνος του. Τη φώναξε, για να νιώσει μια παρουσία δίπλα του. Ζήτησε λίγο καφέ ζεστό. Δεν ένιωσε γεύση. Αρνήθηκε να βάλει λίγη φρυγανιά, λίγο τυράκι στο στόμα του. Τον είχε πεισμώσει η συμπεριφορά της. Ακόμα κι αυτές τις στιγμές δεν έχανε ευκαιρία να μην του πετάει υπαινιγμούς, να καυτηριάζει λάθη και παραλείψεις. Όλο και λιγόστευαν τα άτομα που η παρουσία τους τού έδιναν δύναμη να γραπωθεί κόντρα στη φθορά. Κοίταξε τα τσαλακωμένα κι ανήμπορα χέρια του. Μπορεί να μην τον βοηθούσαν πολύ πια, αλλά τουλάχιστον είχε μια επικοινωνία μαζί τους. Τα πόδια όμως δεν τον ακολουθούσαν καθόλου. Ευτυχώς που δεν μπορούσε να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη…

Τέτοια ώρα άλλα χρόνια θα απολάμβανε τον καφέ του με την παρέα στην πλατεία. Έπειτα θα πήγαινε να μαστορέψει. Να συνδέσει βρύσες, να φτιάξει καζανάκια, να εγκαταστήσει σωλήνες παροχής νερού, να χωρατέψει. Σε κάθε περίπτωση, κατά τις δώδεκα θα σταματούσε για κολατσιό σε ένα μαγειρείο. Θα κατέβαζε ένα δυο ποτηράκια και θα συνέχιζε μερικές ώρες ακόμα τη δουλειά. Όσο κουρασμένος και αν ήταν, το βραδάκι θα πήγαινε πάλι στον καφενέ να ξεκινήσει τη ρακή ή το ουζάκι με ξηροκάρπια ή μεζεδάκια. Το ένα κέρασμα ακολουθούσε το άλλο μέχρι τα μεσάνυχτα οπότε κατευθυνόταν στην πόρτα του σπιτιού του, για να ξεκουραστεί.

Παλιότερα που τα παιδιά τους ήταν μικρά, τα φόρτωναν το απόγευμα στο φορτηγάκι. Δεν έχαναν γιορτή και πανηγύρι στα περίχωρα. Πόσο θα ήθελε να μπορούσε και τώρα να κάνει αυτόν τον τρόπο ζωής, παρόλο που καταλάβαινε ότι ήταν αδύνατο. Τώρα είχε φτάσει κοντά στο χείλος του γκρεμού. Μια δυο μέρες να μην ακολουθούσε τη θεραπεία, θα επιδεινωνόταν η κατάσταση και αυτό δεν ήθελε να συμβεί ακόμα. Από την άλλη μεριά, δεν ήξερε τι ήταν καλύτερο.

Κοίταξε τη νυφική φωτογραφία που κρεμόταν στον τοίχο, απέναντι από το κρεβάτι τους. Πόσο όμορφα είχε κυλήσει αυτή η εποχή. Γεμάτη όνειρα κι αέρα ανανέωσης που τον αισθανόταν δίπλα και γύρω του. Τώρα έβλεπε τους άλλους να αλλάζουν και τον εαυτό του να φθείρεται. Στο σώμα του είχαν απομείνει μόνο κόκκαλα. Το μουστάκι μόλις διακρινόταν σαν αδύναμο χνούδι στο πρόσωπο. Τα μαλλιά είχαν αραιώσει ανησυχητικά. Κοίταξε το ρολόι και διαπίστωσε πόσο αργά και βαρετά περνούσε η ώρα μέσα στους τοίχους του δωματίου. Είχε κουραστεί από τη μονοτονία. Μόνο λίγες μαύρες μύγες στο παράθυρο πηγαινοέρχονταν και τις περιεργαζόταν, παρόλο που τις σιχαινόταν. Άλλοτε, θα κάπνιζε τα τσιγάρα του, θα έπαιζε το κομπολόι, θα ξεφύλλιζε την τοπική εφημερίδα να μάθει τα νέα.

Ατελείωτες οι μέρες. Ο κορμός του δεν μπορούσε πια να σταθεί όρθιος στην ανατομική πολυθρόνα. Μάταια είχε προσπαθήσει τόσες φορές. Τα τελευταία δυο χρόνια, μετά την πρώτη επέμβαση, έχανε συνεχώς τις δυνάμεις του. Ταλαιπωρούνταν με ακτινοβολίες και φάρμακα. Έβλεπε πόσο δυσκόλευε η κατάσταση και δεν είχε αποφασίσει τι θέλει. Να σταματήσει τη θεραπεία και να μην ταλαιπωρείται ή να υποβάλλεται κάθε μήνα σε ένα μαρτύριο με αμφίβολο αποτέλεσμα; Ήξερε, όμως, τον εαυτό του. Όλα αυτά τα χρόνια, την αγάπη του για το ποτό, για παραβίαση του μέτρου και των απαγορεύσεων. «Ζωή με περιορισμούς, δεν αξίζει», επαναλάμβανε κάθε τόσο. Λάθος του να συνεχίσει να καπνίζει και να πίνει, ακόμα και μετά την εγχείριση. Νόμιζε ότι το σώμα θα ξεχνούσε τις καταχρήσεις. Συνήθειες, κατάλοιπα από τη νεότητα. Ήταν ο μικρότερος από τα τρία αδέλφια του, το στερνοπούλι, όπως το έλεγε η μάνα του. Σαν παιδί, αρκετές φορές τής είχε κόψει την ανάσα με τις απροσεξίες του. Όπως τότε που είχε καταπιεί πετρέλαιο και τον έτρεχε στο νοσοκομείο για πλύση στομάχου…αλλά και τότε που είχε πέσει σε ένα πηγάδι με νερό, ή μερικά χρόνια αργότερα που λίγο έλειψε να τον χάσει σε τροχαίο. Η μάνα κάθε φορά παρακαλούσε τους Αγίους να τον αφήσουν να ζήσει. Χατίρι δεν χάλαγε στον Νιόνιο της που απολάμβανε την εύνοια της. Κάποιες φορές επιστρέφοντας αυτός από την ολονύκτια διασκέδαση, συναντούσε στην είσοδο τον πατέρα του που ξεκινούσε για το μεροκάματο. Χωρίς αμφιβολία, ήταν γλεντζές, γεννημένος για καλοπέραση. «Μεροδούλι, μεροφάι». Περιγελούσε τους άλλους αδελφούς του που ήταν φειδωλοί στο ποτό και στο τσιγάρο, μετρημένοι στις διασκεδάσεις τους.

Όλοι τους διαφορετικοί χαρακτήρες. Οι άλλοι έτυχε να σπουδάσουν, είχαν καλές θέσεις σε υπηρεσίες κι είχαν φτιάξει δικά τους σπίτια. Εκείνος από νωρίς εγκατέλειψε την Τεχνική Σχολή. Ήθελε να είναι αφεντικό του εαυτού του. Ακόμα όμως στο ενοίκιο….Δεν τον ευνόησαν οι καταστάσεις, δεν βοήθησε ό ίδιος τον εαυτό του; Μεγάλη συζήτηση αυτή. Πάντως, λίγο πριν αρρωστήσει, έδειχνε ευχαριστημένος από τη ζωή και την οικογένεια που είχε. Κατά πόσο ήταν αλήθεια, εκείνος κι ο Θεός ήξερε. Μπορεί κατά βάθος να τον έτρωγε κάποιο σαράκι και να μην το είχε καταλάβει. Ίσως να μετάνιωνε που δεν πρόσφερε περισσότερα στα παιδιά του. Ίσως πάλι σε σχέση με τους άλλους να ένιωθε μειονεκτικά.

Σε λίγο φάνηκε στην πόρτα η μικρότερή του κόρη, διακόπτοντας τις φλύαρες σκέψεις του. Της είχε αδυναμία. Μέρες είχε να τον επισκεφτεί. «Επιτέλους, ήρθα, να φάμε παρέα. Δεν θα μου χαλάσεις χατίρι», του είπε. Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του και τα χρώματα των κόκκων ζωήρεψαν.

*

©Ειρήνη Θυμιατζή