Η οπτική αντίληψη είναι εκείνη που καθορίζει τη θέση μας στον κόσμο που μας περιβάλλει

Επανακυκλοφορεί: ―John Berger, Η εικόνα και το βλέμμα. Μετάφραση: Ειρήνη Σταματοπούλου. Εκδόσεις Μεταίχμιο

Λίγοι διαµόρφωσαν, και «παίδεψαν», τη σχέση μας με την εικόνα μέσα στον εικοστό αιώνα όσο ο Αγγλος συγγραφέας Τζον Μπέργκερ (1926-2017). Κριτικός τέχνης, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και ποιητής, ο Μπέργκερ έζησε πολλά χρόνια στη Γαλλία και ακολούθησε μια δική του πορεία στη σκέψη και τη γραφή. Το βιβλίο του, «Η εικόνα και το βλέμμα», θεωρείται κλασικό πλέον. Βασισμένο στην παλαιά, ομότιτλη εκπομπή του ΒΒC, το βιβλίο, συλλογή δοκιμίων πάνω στο πώς κοιτάμε έναν πίνακα, μια φωτογραφία, ένα σχέδιο κτλ., αντέχει ακόμα στον χρόνο με τρόπο θαυμαστό. Είχε κυκλοφορήσει το 1993 από τις εκδόσεις Γνώση, εξαντλήθηκε, επανεκδόθηκε από το Μεταίχμιο το 2011 σε νέα μετάφραση, εξαντλήθηκε και τώρα επανακυκλοφορεί από το Μεταίχμιο και πάλι, σε μετάφραση της Ειρήνης Σταματοπούλου. Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει χαρακτηριστικό απόσπασμα. [Ηλίας Μαγκλίνης]

✳︎

Προδημοσίευση

Η οπτική αντίληψη είναι εκείνη που καθορίζει τη θέση μας στον κόσμο που μας περιβάλλει· ερμηνεύουμε αυτόν τον κόσμο με λέξεις, αλλά οι λέξεις δεν μπορούν ποτέ να αναιρέσουν το γεγονός ότι περιβαλλόμαστε από αυτόν. Η σχέση μεταξύ του τι βλέπουμε και του τι γνωρίζουμε δεν είναι ποτέ συγκεκριμένη. Κάθε βράδυ βλέπουμε τον Ηλιο να δύει. Γνωρίζουμε πως η Γη απομακρύνεται από αυτόν. Ωστόσο, η γνώση, η ερμηνεία, δεν αντιστοιχεί ποτέ ακριβώς στο θέαμα. Ο σουρεαλιστής ζωγράφος Magritte σχολίασε αυτό το πάντα παρόν χάσμα μεταξύ λέξεων και παρατήρησης σε έναν πίνακα με τίτλο «Το κλειδί των ονείρων». Ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα επηρεάζεται από αυτά που γνωρίζουμε ή πιστεύουμε. Στον Μεσαίωνα, όταν οι άνθρωποι πίστευαν στη φυσική ύπαρξη της Κόλασης, η θέα της φωτιάς πρέπει να σήμαινε κάτι διαφορετικό από αυτό που σημαίνει σήμερα. Ωστόσο, η ιδέα τους για την Κόλαση οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στη θέα της φωτιάς που έκαιγε και της στάχτης που άφηνε πίσω – καθώς επίσης και στην εμπειρία τους από τον πόνο των εγκαυμάτων.

Οταν είμαστε ερωτευμένοι, η θέα του αγαπημένου έχει μια αρτιότητα την οποία δεν μπορεί να εκφράσει καμία λέξη και κανένας εναγκαλισμός: μια αρτιότητα που μόνο η ερωτική πράξη μπορεί προσωρινά να στεγάσει. Εντούτοις, αυτού του είδους η οπτική αντίληψη που προηγείται των λέξεων, και την οποία οι λέξεις δεν μπορούν ποτέ να καλύψουν, δεν αποτελεί ζήτημα μηχανικής αντίδρασης στα ερεθίσματα. (Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο εάν απομονώσει κάποιος το μικρό εκείνο κομμάτι της διαδικασίας που αφορά τον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού.) Βλέπουμε μόνο εκείνο που κοιτάζουμε. Το κοιτάζειν αποτελεί μια πράξη επιλογής. Ως αποτέλεσμα αυτής της πράξης, εκείνο που βλέπουμε μπαίνει στο οπτικό μας πεδίο – μολονότι όχι αναγκαστικά σε απόσταση που φτάνει το χέρι μας. Το να αγγίξει κάποιος κάτι σημαίνει να τοποθετήσει τον εαυτό του σε σχέση με αυτό. (Κλείστε τα μάτια, κινηθείτε μέσα στο δωμάτιο και προσέξτε πώς η δυνατότητα της αφής μοιάζει με μια στατική, περιορισμένη μορφή όρασης.) Ποτέ δεν κοιτάμε μόνο ένα πράγμα· κοιτάμε πάντα τη σχέση ανάμεσα στα πράγματα και στον εαυτό μας. Η όρασή μας είναι διαρκώς ενεργή, διαρκώς κινούμενη, διατηρώντας συνεχώς τα πράγματα σε έναν κύκλο γύρω από αυτήν, συνιστώντας εκείνο που είναι παρόν για εμάς όπως είμαστε. Λίγο αφότου είμαστε ικανοί να δούμε, συνειδητοποιούμε πως μπορούν επίσης να μας δουν. Το μάτι του άλλου συνδυάζεται με το δικό μας μάτι για να καταστήσει απολύτως σαφές το γεγονός ότι αποτελούμε κομμάτι του ορατού κόσμου. Εάν δεχτούμε ότι μπορούμε να δούμε τον λόφο εκεί πέρα, αντιλαμβανόμαστε επίσης πως από εκείνον τον λόφο μπορούμε να γίνουμε ορατοί. Ο αμοιβαίος χαρακτήρας της όρασης είναι πιο θεμελιώδης από εκείνον του εκφερόμενου διαλόγου. Και συχνά ο διάλογος αποτελεί μια προσπάθεια λεκτικής απόδοσης αυτού του πράγματος – μια προσπάθεια ερμηνείας του τρόπου με τον οποίο, είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά, «βλέπεις εσύ τα πράγματα» και μια προσπάθεια ανακάλυψης του πώς «τα βλέπει ο άλλος». Με την έννοια που χρησιμοποιούμε τη λέξη σε αυτό το βιβλίο, όλες οι εικόνες είναι ανθρώπινα δημιουργήματα. Μια εικόνα αποτελεί μια θέαση που έχει ανακατασκευαστεί και αναπαραχθεί. Συνιστά ένα επιφαινόμενο, ή μια ομάδα από επιφαινόμενα, που έχει αποσπαστεί από τον χώρο και τον χρόνο όπου εμφανίστηκε και διατηρήθηκε αρχικά – για κάποια λεπτά ή για κάποιους αιώνες. Κάθε εικόνα ενσωματώνει έναν τρόπο θέασης. Ακόμα και μια φωτογραφία. Διότι οι φωτογραφίες δεν αποτελούν, όπως υποθέτουμε συχνά, μια μηχανική καταγραφή. Κάθε φορά που κοιτάζουμε μια φωτογραφία, έχουμε συνείδηση, όσο αμυδρή κι αν είναι, του φωτογράφου που έχει επιλέξει αυτή τη θέαση από μια απειρία άλλων πιθανών θεάσεων. Αυτό ισχύει ακόμα και για τις πιο συνηθισμένες οικογενειακές φωτογραφίες. Ο τρόπος θέασης του φωτογράφου αντανακλάται στην επιλογή του αντικειμένου του. Ο τρόπος θέασης του ζωγράφου ανασκευάζεται από τα σημάδια που χαράσσει στον καμβά ή στο χαρτί. Ωστόσο, μολονότι κάθε εικόνα ενσωματώνει έναν τρόπο θέασης, η αντίληψη ή η εκτίμησή μας για μια εικόνα εξαρτάται επίσης από τον δικό μας τρόπο θέασης. (Μπορεί, για παράδειγμα, η Σίλα να είναι ένα πρόσωπο ανάμεσα σε είκοσι· για τους δικούς μας λόγους όμως, εκείνη είναι που προσέχουμε.)

Οι εικόνες φτιάχτηκαν αρχικά για να αναπαραστήσουν την παρουσία κάποιου πράγματος που ήταν απόν. Σταδιακά, έγινε προφανές πως μια εικόνα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο από εκείνο που αναπαριστούσε· έδειχνε τότε πώς έμοιαζε κάποτε κάτι ή κάποιος – και επομένως, εμμέσως, πώς αυτό το αντικείμενο το έβλεπαν κάποτε οι άλλοι. Αργότερα η συγκεκριμένη άποψη του δημιουργού της εικόνας αναγνωρίστηκε επίσης ως μέρος της καταγραφής. Η εικόνα μετατράπηκε σε μια καταγραφή του τρόπου με τον οποίο ο Χ είχε δει τον Ψ. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας αυξανόμενης συνείδησης της ατομικότητας, που συνόδευε μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση της ιστορίας. Θα ήταν βιαστικό να προσπαθήσουμε να χρονολογήσουμε με ακρίβεια αυτή την τελευταία εξέλιξη. Σίγουρα όμως στην Ευρώπη μια τέτοια συνειδητοποίηση υπήρχε από τις αρχές της Αναγέννησης.

Κανένα άλλο είδος λειψάνου ή κειμένου του παρελθόντος δεν μπορεί να προσφέρει μια τόσο άμεση μαρτυρία σχετικά με τον κόσμο που περιέβαλλε άλλους ανθρώπους σε διαφορετικές εποχές. Υπό αυτή την έννοια, οι εικόνες είναι ακριβέστερες και πλουσιότερες από τη λογοτεχνία. Αυτή η παραδοχή δεν ακυρώνει τον εκφραστικό ή φαντασιακό χαρακτήρα της τέχνης προσδίδοντάς της απλώς ρόλο ντοκουμέντου· όσο πιο ευφάνταστο είναι ένα έργο τόσο πιο βαθιά μάς επιτρέπει να μοιραστούμε την εμπειρία του ορατού από τον καλλιτέχνη.

Ωστόσο, όταν μια εικόνα παρουσιάζεται ως έργο τέχνης, ο τρόπος με τον οποίο την κοιτούν οι άνθρωποι επηρεάζεται από μια ολόκληρη σειρά επίκτητων παραδοχών σχετικά με την τέχνη. Οι παραδοχές αυτές αφορούν: την ομορφιά, την αλήθεια, τη διάνοια, τον πολιτισμό, τη μορφή, τo status, το γούστο κτλ.

Πολλές από αυτές τις παραδοχές δεν συνάδουν πλέον με τον κόσμο όπως είναι σήμερα. (Η έννοια του «κόσμου όπως είναι» δεν συνιστά ένα απλό αντικειμενικό γεγονός, περιλαμβάνει και τη συνειδητοποίηση.) Σε σχέση με την αλήθεια του παρόντος, αυτές οι παραδοχές συσκοτίζουν το παρελθόν. Το συσκοτίζουν περισσότερο από όσο το αποσαφηνίζουν. Το παρελθόν δεν είναι ποτέ εκεί περιμένοντας να ανακαλυφθεί, να αναγνωριστεί γι’ αυτό ακριβώς που είναι. Η ιστορία συνίσταται πάντα στη σχέση μεταξύ ενός παρόντος και του παρελθόντος του. Επομένως ο φόβος του παρόντος οδηγεί στη συσκότιση του παρελθόντος.

*

πηγή: Καθημερινή 02.05.2022