Έκτωρ Κακναβάτος, Ώρα δειλινή

Λέω μη τάχαμ είναι μεταβίωση
ακόμα και βυζαντινή
μην η ψηφίδα εντός του εκκλησιδιού
που ενώπια ασπρίζει
ή που ολόσωμος ο ασβέστης άγιασε
μην είναι που ασκητεύει αντίκρυ του
γαρουφαλένια δύση
η εσπέρα
η ψύχρα
που η ψαλμουδιά ξεπόρτισε στα θάμνα
ένα με τα σπουργίτια
μην είν’ του Ίακχου τα Πάθη ετούτα ή του Χριστού
και σάστισε ο Απρίλης
μην το κερί, μην το θυμίαμα, το αρχαίο στασίδι
μην η λοξή του απ’ το βημόθυρο
κρύα ματιά του ταξιάρχη
που ως το καρυόφυλλο η ψυχή μου τρέμει.

Μνήμη που με πονάς
μην είσαι συ η αίσθηση όπου στα δυο με σχίζει
λέω μην του μειόκαινου η καταβολή
το βιος που μου αφήσανε μέσα στα κόκαλα
οι αιώνες, κι είναι μες στους εσπερινούς
που εντός μου η πλημμύρα ανεβαίνει τόση.

*

Από συλλογή Τα μαχαίρια της Κίρκης (1980).