Το Τρίτο Στεφάνι φοριέται και σήμερα ―από την Μαρία Ιωαννίδου

Από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Και γιατί τώρα; Ρωτούσαν όταν έλεγα ότι διαβάζω το Τρίτο Στεφάνι. Η αλήθεια είναι ότι δεν το διάβασα στον καιρό του, το 1972. Επανερχόμενη όμως στα Ρέστα του ίδιου συγγραφέα θαύμασα την αρχιτεκτονική των διηγημάτων της ακριβής του συλλογής. Την συνάρθρωσή τους σε ένα σύνολο που σε ταξιδεύει ανάμεσα σε καταστάσεις αποστασιοποιημένα. Με τη παράθεση γεγονότων, που αν και γαρνιρισμένα με συναισθήματα, αυτά να μην επικρατούν παρά ελλειπτικά, παράπλευρα. Στα Ρέστα κρίνω ότι ο Ταχτσής έδωσε ρέστα… και περιέγραψε και σκηνοθέτησε κι έστησε διαλόγους γλαφυρούς. Κυρίως τόλμησε.

Τόλμη διακατέχει και το Τρίτο του Στεφάνι για πολλούς λόγους. Απόδειξη ότι δεν έχει πάψει να διαβάζεται ακόμα, να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό long seller αφού έδωσε μια κλωτσιά στα στερεότυπα και της γενιάς του και των μελλοντικών της. Μπήκε στη θέση της άτυπης Ελληνικής μητριαρχίας που κράτησε ένα έθνος όρθιο στα ταραγμένα χρόνια μετά το Διχασμό και τη Καταστροφή, που κέντησε και έραψε και έπλεξε στις περιόδους των πολέμων-και όχι μόνο μεταφορικά – την εθνική ενδυμασία, από κουρέλια κι αποφόρια, και τα μετέτρεψε σε ρούχο αυτοσχέδιο, αριστουργηματικό.

Οι δυο γυναίκες που μονολογούν, που διαλέγονται και δέρνονται από τα πάθη μες τον απόηχο από τους Βαλκανικούς και του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και μίας εύθραυστης ελευθερίας που ακολούθησε δεν είναι δημιουργήματα μεγάλης φαντασίας, ούτε πρόσωπα γκροτέσκα. Είναι γυναίκες ολοκληρωμένες με κάθε έννοια που μπορεί να βάλει ο νους. Μ΄αυτή την ίδια που ο Ταχτσής έκανε ένα βήμα, τολμηρό, ξεκάθαρο και έμψυχο εν έτει 1962, όταν συνέγραψε και όταν η δειλία της κοινωνίας δεν συνέβαλε  να γίνει αντιληπτός ο νεωτερισμός του.

Οι γυναικείες μορφές, οι δυο πρωταγωνίστριες του αφηγήματος, οι κόρες, οι συμπεθέρες, οι θείες κι οι γειτόνισσες που περιγράφει είναι μορφές που έρχονται απ΄ το μέλλον. Η αυτογνωσία, παρρησία και η γλωσσοκοπανιά τους, όπως διατυπώνει εύστοχα στο πρόλογο της έκδοσης η Μ. Χαρτουλάρη προλέγει σχετικά με δικαιώματα και έμφυλες ταυτότητες και σχέσεις, τότε που αυτά δεν υπήρχαν ούτε καν ως λεξιλόγιο, στη γλώσσα και στη κοινωνία.

Ο μεσοπόλεμος λοιπόν εκτός από “βασιλικό κι ασβέστη” μυρίζει και κρεμμύδια. Εκτός από καντάδες, θούρια του 40 και -αργότερα, αντάρτικα –  ακούει τη Ρεζεντά, χορεύει βαλς, φοράει γούνα που εκποιεί στη Κατοχή για άρτο επιούσιο. Απ΄τα ψηλά πέφτει στα χαμηλά, τανάπαλιν μαζεύει λίρες στους καλύτερους καιρούς. “Κομμουνιστής, τοιούτος, και κοινή γυναίκα”, εκφράζονται με παρατσούκλια και απίθανα κοσμητικά επίθετα, ουσιαστικά. Μια μάνα αποκαλεί τη κόρη μαζί και μέδουσα και κόμισσα, μπαστάρδικο και μετανιώνει την ώρα και στιγμή που έγινε μητέρα.

Άντε να βρεις την άκρη, άντε να μπεις, εσύ που ανατράφηκες, απ΄το Δημοτικό σχολείο μέχρι την κομματική οργάνωση με δίπολα, δικτατορίες και ήρωες σε άπαρτα βουνά, γυναίκες αγωνίστριες και φόνισσες, στη θέση δύο γυναικών που ο αγώνας και η αγωνία τους περιορίστηκε σε ένα αλλά συγκλονιστικό πεδίο μάχης: Στην αυλή της συμβιωτικής αρρώστιας ανθρώπων που ήταν συγγενείς εξ αίματος ή σπέρματος, ακόμα και ανάγκης, με αποδεκτό ή όχι τρόπο. Που τάβαζαν με την κακή τους μοίρα μια στιγμή ενώ την άλλη παίρνανε την ίδια μοίρα στα χέρια τους και της άλλαζαν τα φώτα.

Είναι να υποκλίνεσαι στη ντομπροσύνη που ο Ταχτσής είδε από το μοναχικό του πρίσμα ως παιδάκι ακόμα, μέσα στα σπίτια που μεγάλωνε, και την καταστροφή και τους πολέμους, διεθνείς και εμφυλίους, και τους περιορισμούς που επέβαλε εκτός του καθεστώτος, η ανάγκη. Για επιβίωση, για συντροφιά κι αγάπη, για καθημερινές ανάσες λουλουδιών και μουσικής, για την εκπλήρωση με όποιο τρόπο μπορούσε ο καθένας και η καθεμία να ακολουθήσει τις επιταγές της σάρκας.

Οι τοίχοι με τα προγονικά πορτραίτα είχαν αυτιά, και ο Ταχτσής έβαλε στο στόμα των ηρωίδων του, λόγια αιχμηρά και εύστοχα -ακόμα κι όταν απευθύνονταν ή συνδιαλέγονταν με τον Θεό τον ίδιο – εκβάλλοντας έναν απόλυτα λυτρωτικό χείμαρρο λεκτικό που ακόμα αντέχει.

Να γιατί τώρα!

*

©Μαρία Ιωαννίδου

✳︎