Ζωή Κατσιαμπούρα, Να έχουμε λίγο Θάνο…

Σαρανταπέντε χρόνια μαζί.

Στα καλά και στα άσχημα, περισσότερα τα καλά.

Και τώρα, τέλος…

Δεν κλαίει τα νιάτα του, αν και πριν καταπέσει, ένα μήνα τώρα, ήταν θηρίο μοναχό, ως τα μέσα Νοέμβρη κολυμπούσε στη θάλασσα, «Θα με θάψεις» του έλεγε «κι ας με περνάς δέκα χρόνια».

Αλλά, πώς τα φέρνει ο καιρός και η αρρώστια…

Τον είχε κλάψει ζωντανό, όταν της έσφιγγε το χέρι και τού φευγαν και κείνου, άφωνου πλέον από τη διασπορά του κακού στον εγκέφαλο, τα δάκρυα ποτάμι. Και όταν ήρθε η ώρα, έσφιξε την καρδιά της κι ανέλαβε τα τυπικά του τελευταίου του ταξιδιού. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Να έχουμε λίγο Θάνο…»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από μια παραμονή

ή
Οι άπληστοι πιανίστες δεν έχουν τέλος καλό

Το μαγαζί ήταν χωρισμένο στα δύο. Από τη μια πλευρά η παρέα του Γουίλ «Ντόλαρ» Χαρτ του Πρεσβύτερου. Και από την άλλη οι Γκιλέσπι, μεθυσμένοι ως τον λαιμό, όλοι τους με πελώρια κορμοστασιά, ικανοί να ξεκολλάνε από τις λάσπες ακόμη και ένα ασάλευτο βόδι. Ήταν η παραμονή της πρωτοχρονιάς και δεν έλειπαν τα κεράσματα. Πότε από τον κουρέα στον υπεύθυνο του τηλέγραφου και από τον υπεύθυνο των ζωοτροφών προς τον ίδιο τον Γουίλ, αφού κάποτε τα δυο τους είχαν ξεπαστρέψει όλες τις τράπεζες στα δυτικά. Πέραν αυτών, όμως, ουδέν άλλο από το μέτωπο του μπαρ, «Σουηδέζα» που το έτρεχε μια αληθινή Σουηδέζα, απροσδιορίστου ηλικίας, φτιασιδωμένη με μια ολόκληρη παλέτα από χρώματα που δεν την έκαναν πιο όμορφη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από μια παραμονή»

Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός, εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2023-11-21

Το κενό ανάμεσα

Η

Διώνη Δημητριάδου μετά την τελευταία της εμφάνιση με τη συλλογή διηγημάτων (Ο βιωμένος χρόνος – μικρές ιστορίες, εκδόσεις ΑΩ), το 2017, επανέρχεται με μια νουβέλα. Ο τίτλος της: Θηρίο ή θεός και το περιεχόμενο της τον επαληθεύει απολύτως, καθώς πρόκειται για μια υπαρξιακή – φιλοσοφική καταβύθιση, η οποία θέτει θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τον συσχετισμό ανθρώπου και υπερβατικού όντος, αλλά και του χώρου που παρεμβάλλεται ανάμεσα, που δεν είναι άλλος από την ανθρώπινη βούληση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Ματ δεν μένει πια εδώ

Ανταποκρίσεις, ιστορίες με λαμπιόνια

Η ανταπόκριση ήρθε χθες αργά. Ο Ματ που βρισκόταν στην εφημερίδα ως αργά ήταν ο πρώτος που διάβασε. Τηλεφώνησε αμέσως στον κύριο Τζέιμς, τον μεγαλομέτοχο – αν και κανείς δεν νοιάζεται εδώ πέρα αν είσαι μεγαλομέτοχος ή απλά μέτοχος ή καθόλου μέτοχος, σαν να λέμε αμέτοχος όπως παντού. Ελάτε, είναι σοβαρό. Εκείνος σκοτώθηκε με το παλιό σέλικα στρίβοντας επικίνδυνα με την Κάλας στη διαπασών. Και αν γραφόταν ιστορία εκείνη την ώρα, ρώτησε και απάντησε μονάχος του, θα μας βοηθήσει ο καλός Θεός, έτσι δεν είναι, για κάτι τέτοια δεν υπάρχεις;  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Ματ δεν μένει πια εδώ»

Άρης Αλεξάνδρου, Τον θάψαμε και συνεχίσαμε την πορεία μας

«[…] είχαμε φτιάξει ένα πατάρι στο ύψος του παραπέτου και φορτώσαμε τα άχερα στο πατάρι και ανάμεσα στο πατάρι και στο «πάτωμα» του κάρου δημιουργήθηκε ένας χώρος, ένα «υπόγειο» όπως το λέγαμε, όπου μπορούσες να ξαπλώσεις, ή να κάτσεις σκύβοντας το κεφάλι σου και στο υπόγειο του πρώτου κάρου βάλαμε τον ασύρματο και το πρόχειρο φαρμακείο, στο υπόγειο του δεύτερου το κιβώτιο και στο υπόγειο του τρίτου τα τρόφιμα, τον καπνό και τα εργαλεία). Βαδίζαμε λοιπόν με τον πρώην επιλοχία Σπάρτακο δίπλα στο κάρο της διμοιρίας μας και σε μια στιγμή, ο πρώην επιλοχίας Σπάρτακος μου είπε, «Πάω για κατούρημα», πήδηξε το χαντάκι του δρόμου, προχώρησε μέσα από κάτι θάμνους, εγώ έβγαλα την ταμπακέρα μου να στρίψω τσιγάρο και σταματώντας να ανάψω με το τσακμάκι, άκουσα την έκρηξη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άρης Αλεξάνδρου, Τον θάψαμε και συνεχίσαμε την πορεία μας»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Καταγραφικό

Βράδυ με 38 βαθμούς Κελσίου και η συντροφιά επέστρεφε από την παραλιακή Σκάλα στο χωριό, περπατώντας χαλαρά, από την αριστερή πλευρά του δρόμου, για να ελέγχουν τα αυτοκίνητα απέναντι. Μετά τα μεσάνυχτα, δεν έχει και φοβερή κυκλοφορία. 

Κι εκεί που περπατούσαν κουβεντιάζοντας, «ωχ», φωνάζει η μία της παρέας «με χτύπησε ο χαμένος», καθώς η μηχανή που πέρασε απομακρυνόταν  με πολύ θόρυβο και τα μπουμπουνητά της εξάτμισης. Άλλαξε το θέμα της κουβέντας τους, μίλησαν για τα παλαβά που τρέχουν και κάνουν σούζες και στον παραλιακό και στους άλλους δρόμους, πόσο κινδυνεύουν τα παιδάκια που κάνουν ποδήλατο, τέτοια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Καταγραφικό»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δίχως ασπίδα

Ο Αχιλλέας είχε πια περάσει στην άλλη πλευρά. Ήταν εκείνο το φορτηγό που εμφανίστηκε από το στενό. Κόρναρε για την κυρία που περνούσε αμέριμνη μα ο Αχιλλέας πάγωσε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Η κυρία λίγο μα όχι σαν αυτόν. Έδωσε μια και γλίστρησε πάνω στο κράσπεδο. Θα ‘ταν μπαλαρίνα, αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια χάρη, ακόμη και τούτη την ύστατη στιγμή. 

Δεν θέλει πολύ κόπο για να γίνει το κακό, είπαν οι άλλοι. Τελευταίο πλάνο, όλοι οι φίλοι τριγύρω να νιαουρίζουν λυπητερά και ο Αχιλλέας με τα μάτια του να αργοσβήνουν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δίχως ασπίδα»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Βορράς χωρίς νότο [Προδημοσίευση]

Εκδόσεις σοφία

Η Αριστοτελία έδειχνε τώρα σαν να είχε ένα δεύτερο στόμα κάτω από το σαγόνι της, ένα στόμα που οι άκρες των χειλιών του ξεκινούσαν από τους λοβούς των αυτιών σχηματίζοντας ένα τεράστιο χαμόγελο − μα τον Θεό, έμοιαζε με το πιο χαμογελαστό πρόσωπο που είχα δει στη ζωή μου, ήταν ένα χαμόγελο αδιαπραγμάτευτο. Ήταν η ελαφρότητα των ιντερνετικών περιοδικών που απευθύνονταν μόνο σε γυναίκες, τριαντάρες, ελεύθερες και χειραφετημένες, ήταν η αμηχανία απέναντι στις προσβολές του κάθε χαζοδάνδη που έκρυβε την αξεσιά του με το περίβλημα της διανόησης και την ανδρική του ανεπάρκεια με ετοιμόρροπους σοβάδες ψευτοανωτερότητας, ήταν το ροζ δωμάτιο της παιδικής της ηλικίας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Βορράς χωρίς νότο [Προδημοσίευση]»