Ειρήνη Πολυδωροπούλου, Το σπίτι στο τέλος του δρόμου

Το παλιό σπίτι βρισκόταν στο τέλος του δρόμου, τα παράθυρά του ήταν ανοιχτά και η οροφή του κατέρρεε. Ήταν το είδος του σπιτιού για το οποίο τα παιδιά ψιθύριζαν σε χαμηλούς τόνους, φαντάζονταν κάθε είδους σκοτεινά και απειλητικά πράγματα να κρύβονται μέσα στους σάπιους τοίχους του. Καθώς στεκόμουν μπροστά στο παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι, ένα προαίσθημα με κατέκλυζε.

 Είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχα πατήσει το πόδι μου σε αυτό το μέρος, αλλά οι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας με ακολουθούν ακόμα, γιατί ήμουν το μόνο παιδί που ήξερε τι συνέβαινε σε αυτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Πολυδωροπούλου, Το σπίτι στο τέλος του δρόμου»

Μέλπω Αξιώτη, τα πράγματα που τους κάνει ο χρόνος το χατήρι να τα διατηρεί

Η Κάδμω (αποσπάσματα)

Κάθεσαι τώρα στο τραπέζι το τρίκλινο που είναι κόντρα στον τοίχο, μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Και γράφεις. Πάντα κόντρα στον τοίχο. Οδός Αριστοτέλους, όταν δοκίμασες για πρώτη φορά τη γραφή, οδός Τιμολέοντος, εκεί που σε βρήκε ο θάνατος της καλύτερης φίλης σου, οδός Κεφαληνίας που σε βρήκε ο πόλεμος, οδός Γκουφιέ, όπου έμενες εσύ στο κάτω μέρος του σπιτιού και πάνω κατοικούσε η άλλη φίλη σου, η Μάρω — που έμεινε στη μνήμη σου, και στην Ιστορία, τουφεκισμένη με το πολυβόλο από τον ξένο εχθρό, μέσα στην Κατοχή. Στο χώρο του Θυσιαστηρίου της Καισαριανής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μέλπω Αξιώτη, τα πράγματα που τους κάνει ο χρόνος το χατήρι να τα διατηρεί»

Μάριος Χάκκας, Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Άγρα

H ΣΥΝΤΟΜΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚH ΠΟΡΕΙΑ του Μάριου Χάκκα, επηρεασμένη βαθιά από την αναμέτρηση με τη θανατηφόρα ασθένειά του, είναι μια πορεία που περιγράφει, με ρεαλισμό και σαρκασμό, το μετεμφυλιακό κράτος και τις απαρχές της Μεταπολίτευσης. Στις σελίδες του Τυφεκιοφόρου του εχθρού παρακολουθούμε τον κοινωνικό τύπο του αριστερού πολίτη («γ’  κατηγορίας »). Παράλληλα, ο Χάκκας μας ξεναγεί στη μεταπολεμική Αθήνα: στην πόλη της «αντιπαροχής» και της αρχιτεκτονικής μετάλλαξης, της ευδαιμονίας, του καταναλωτισμού και της εύκολης κοινωνικής ανόδου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάριος Χάκκας, Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Γενεύη

Ο Πατέρας μου μόλις είχε πεθάνει. Ο ρουφιάνος αδερφός μου προσπαθούσε να μου φάει την περιουσία και η μητέρα μου βούλιαζε αργά, βασανιστικά και εκφυλιστικά στο αναπόδραστο γήρας. Αναζητούσα μια διέξοδο από τη νωπή ορφάνια μου, σαν ένας άνθρωπος μόνος πάνω στη γη, συνοδευόμενος από το κάτοπτρο του και την αντανάκλαση όλων των δαιμόνων του που πάσχιζε όχι να νικήσει αλλά να φτάσει σε μια προσωρινή συνθηκολόγηση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Γενεύη»

Λεωνίδας Καζάσης, Εις το Ικάριον

Άνδρας φυγόπονος, μεσοαστός, της κοινωνίας τα κελεύσματα αψηφούσε, εδιάβαζε, εγυμνάζετο, τις γυναίκες βολιδοσκοπούσε. Οι απαιτήσεις υπέρογκες στων γυναικών τα στήθη και ο ανήρ στα αζήτητα διαρκώς. Τον Αύγουστο, εις το Ικάριον, γυναίκα της ιδίας τάξεως εγνώρισε, που εμελετούσε λογοτεχνία, θρησκείες ανατολικές, την κίνηση εδίδασκε, με ασκήσεις που την ψυχή εγαλήνευαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Εις το Ικάριον»

Καίτη Παπαδάκη, «Από τον Μαγιακόφσκι»

Το μαγαζί το πήρα από τον πατέρα μου. Εκείνος διαδέχτηκε τον παππού μου. Κτίσμα  παλιό  – περιουσία της προγιαγιάς – στην καρδιά του Παρισιού. Αρκετά μικρό. Όταν πρωτάνοιξε, το μεγαλύτερο μέρος του εμπορεύματος ήταν τοποθετημένο  κάτω από μια φιστικί τέντα στο πεζοδρόμιο.  Όμως,  τόσο κεντρικό, που νόμιζες  πως εκεί, κάτω απ’ την τέντα,  χτυπά η καρδιά της πόλης.  Κανένας  περαστικός δεν θα μπορούσε να μην το προσέξει. Κανένας δεν θα μπορούσε να προσπεράσει χωρίς να σταθεί, να χαζέψει έστω τα χρώματα, να ανασάνει τα αρώματα. Πόσο μάλλον εκείνος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, «Από τον Μαγιακόφσκι»»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ

Μια ιστορία με αγαλματίδια, βραβεύσεις και διαψεύσεις, μια ιστορία για τη φαντασία και τη μισθωτή την εργασία που δεν απελευθερώνει.

Μια ανταπόκριση πικρή

«Θα τιμωρηθεί παραδειγματικά», δήλωσε δίχως περιθώρια αντίλογου ο κύριος Διευθυντής. Έτσι τον φωνάζανε, μήτε Γιώργη ή κύριο Γιώργο, μα κύριο Διευθυντή. Και έτσι το μεσημέρι το διοικητικό συμβούλιο τον δέχθηκε και του ‘δωσε την ευκαιρία να εκφέρει τους ισχυρισμούς του, μια δικαιολογία βρε αδερφέ για το ατόπημα του. Η αλήθεια είναι πως είχε τρυπώσει στο αποθηκάκι των προμηθειών και είχε αποκοιμηθεί. Δεν τον αναζήτησε κανείς, μα όταν η κυρία Βέρα, υπεύθυνη προμηθειών, έσπευσε να πάρει ένα κουτί με στυλό διαρκείας – πάντα ο χρόνος –  , ρωτώντας στο κενό πού πάνε και χάνονται όλα αυτά τα στυλό, καινούρια και ωραία, με το μελάνι τους ολοζώντανο τον είδε και έβαλε τις φωνές, καθώς υπέθεσε πως ο νεαρός είχε πέσει θύμα κάποιας αιφνίδιας νόσου και τώρα έμενε η υποχρέωση του καθενός να ανακατευτεί με την υπόθεση του θανάτου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ»

Αντώνης Νικολής: Πολεμική αντί κριτικής

(απάντηση στην «κριτική» του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

Δημοσιεύθηκε στο «Βήμα της Κυριακής», 11-2-2024, Β2, σελ. 15.

Στο «Βήμα της Κυριακής», 14-1-2024, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου δημοσίευσε «κριτική» για το τελευταίο μυθιστόρημά μου Περεγρίνος.

Σε τρεις όλες κι όλες παραγράφους ο συντάκτης τους περιέλαβε:

α) Αρκετές κατά βάση ασύντακτες, τάχα μακρές και περισπούδαστες περιόδους που καταλήγουν σε ακυριολεξίες [π.χ. «Όντας εξαρχής κυνικός, αλλά και χριστιανός, δίδασκε πως ο φόβος του θανάτου αποτελούσε εμπόδιο για την ελευθερία των ανθρώπων, οι οποίοι θα έπρεπε να αρκούνται στη συγκράτηση και στη λιτότητα της γυμνότητάς τους, επιδιώκοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο είτε την άρνηση μιας καθημερινής διαβίωσης φιλικής μόνο με τα πρόσκαιρα και υλικά αγαθά (το βασικό δόγμα των «σκυλοφιλοσόφων»), στο πλαίσιο του κυνικού τριπτύχου (όπως το θέτει ο Μισέλ Φουκό) αντοχή-επαγρύπνηση-ενδοσκόπηση, είτε την υπέρβαση της θνητότητας (τον θεμελιώδη πόθο του χριστιανισμού). Και παρακάτω: Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Νικολή είναι να προβάλει τον ήρωά του πάνω στο σοφιστικό αρχέτυπο του Σωκράτη, αποσπώντας από αυτό το ήθος του αληθώς λέγειν (απαραίτητο για να υποστηριχθεί η πραγματική-μυθιστορηματική αυτοχειρία του Περεγρίνου).]. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής: Πολεμική αντί κριτικής»