Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός 

Παρά τη γιορταστική φωταψία
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Περεγρίνος)

[…]ΝΟΙΑΖΟΤΑΝ ΤΟΝ ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟ. ΜΑ ΣΤΗ βάση της συνείδησης του Περεγρίνου η έκφραση των συναισθημάτων δεν είχε και πολύ κύρος. Τα θεωρούσε, τα δικά του συναισθήματα όσο και των άλλων, αδύναμες και αβέβαιες σκιές του ψυχικού κόσμου, και την εξωτερίκευσή τους περίπου ιδιοτελείς τακτικές επιβίωσης. Τον Αγαθόβουλο ήτανε προφανές ότι τον κατέβαλλε πια το γήρας. Ο Περεγρίνος παρατηρούσε τις μειωμένες αντοχές του, πώς βαριανάσαινε σε ανηφόρες ή σκαλιά, πώς κουραζόταν με το τίποτε στο περπάτημα, αυτός που τον πρόλαβε ακαταπόνητο στην πεζοπορία παραπατούσε τώρα κάθε τόσο και σωριαζόταν παρά το μπαστούνι, αδυνατούσε να δει καθαρά ή να διαβάσει κάτι, ακόμη και σε στήλες ευδιάκριτα μεγάλα γράμματα, οτιδήποτε πια ζήταγε να του το περιγράψουν ή να του το διαβάσουν ο Κνήμων ή όποιος μαθητής του τύχαινε κοντά του, δυσκολευόταν να θυμηθεί λέξεις, ιδίως ονόματα, ενώ όλο και συχνότερα επαναλάμβανε μια, την ίδια κουβέντα, δίχως να το συνειδητοποιεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Λεωνίδας Καζάσης, Τα εν οίκω

Αλάτι και ζάχαρη απόμειναν στο σπίτι της Μαρίκας και του Εμμανουήλ. Τα όσπρια ακριβά, τα μακαρόνια, τα φρούτα απλησίαστα, τα σέσκουλα, τα σπανάκια. Ο υιός Παναγιώτης ολημερίς εργάζεται ανασφάλιστος για δυό ελιές τον μήνα και η θυγατέρα τους Χαρίκλεια εργαζόμενη κι αυτή, δεν αξιώθηκε κατά την μάνα της να βρει έναν με υψηλό εισόδημα να την σώσει. Κι όλο φωνάζει αχαϊρευτο η Μαρίκα τον Εμμανουήλ που τρίτη δουλειά δεν βρίσκει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Τα εν οίκω»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα εις

– όντας 

Κερδίζοντας

Ο Ανέστης μπήκε στο σπίτι. Ακούστηκε το βαρύ του βήμα και ο τσιγαρόβηχας. Ήταν μεθυσμένος και είχε ακόμη στα αυτιά του τους πανηγυρισμούς, τις επευφημίες του πλήθους. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και έκανε ησυχία για να ακούσει. Τα ραδιόφωνα στους ακάλυπτους παίζανε Αλεξίου και ειδήσεις από έναν ακόμη πόλεμο. Ποτέ άλλοτε δεν προσπάθησε τόσο η ανθρωπότητα για να αποτρέψει την καταστροφή για να την προσφέρει τελικά απλόχερα στον εαυτό της. Ακούστηκαν βλαστήμιες και λόγια του δρόμου και ο ήχος του πόνου. Κράταγε το καλοκαίρι ακόμη και η ζωή ξενυχτούσε μαζί του. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα εις»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Η άθλια Σαπφώ

Έβλεπε από το παράθυρο μια νύχτα, παρακολουθώντας στα σκοτεινά μια ταινία, την ομάδα των αγοριών της γειτονιάς να πάνε και να έρχονται και να στέκονται έξω από τη χαμηλή μάντρα της αυλής της και σαν να λογομαχούν, δεν άκουγε τι έλεγαν. Τα δικά της εγγόνια έλειπαν με τους γονείς τους σε ολοήμερη και μισονύχτια εκδρομή, οπότε πέρασε από το μυαλό της ότι οι νεαροί απλώς αναζητούσαν την παρέα τους.
Το πρωί, νωρίς,  διαπίστωσε ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Η άθλια Σαπφώ»

Αντώνης Σουρούνης, Κάλυμνος

Μυρτιές, Κάλυμνος

Το μαγαζί που είχα φτιάξει κάποτε δεκαοχτώ χρόνων. Εκτός από το φως, το νερό και κατ’ ονομα που του είχα δώσει, δεν έχει πια τίποτε άλλο δικό μου. Σαν παιδί που μεγάλωσε, απομακρύνθηκε από το γονιό του, μπλέχτηκε με ξένους ανθρώπους κι ακολουθεί το δικό του δρόμο.

Ευτυχώς, οι παλιοί φίλοι έγιναν εστιάτορες και ξενοδόχοι. Έφτασα έγκαιρα, για τα εγκαίνια της «Μερσίνας», του ξενοδοχείου που έφτιαξε ο Γιωργάκης Ταυλάριος στις Μυρτιές, απέναντι από το άλλο, του Μιχάλη του Μαύρου. Κάτω από ένα μεγάλο ευκάλυπτο διαθέτει ίσως το καλύτερο μπαρ του νησιού και δίπλα μια πισίνα, για να πέφτεις κάθε τόσο και να δροσίζεσαι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Σουρούνης, Κάλυμνος»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Jonah

Πυροσβέστης στη Λάρισα απομακρύνει κατοίκους με βάρκα © EUROKINISSI/ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΖΕΚΑΣ

Εργάκι βγαλμένο από τα κατάστιχα της ζωής του Αντώνη. Ο Ώντεν το΄γραψε κάποτε για μια άλλη ψυχή, πως τάχα «η ζωή του κοντοήμερο θα ήταν». Πώς ταιριάζει στα αλήθεια ο ποιητής τη μοίρα του Αντώνη με τον παλμό του κόσμου. Και η ιστορία τραβά και γίνεται έργο και πάλι πέφτει στην ανυποληψία που σαρώνει την εποχή μας.

αλιό, παροπλισμένο λιμάνι. Με τα σκουριασμένα του μηχανήματα, τις σβησμένες μαρκίζες και την απέραντη σειρά των γερανών. Παντού μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τα υλικά μιας ποίησης που ακόμη δεν έχει γραφτεί. Οι γερανοί σημαδεύουν τον ορίζοντα και συγκρατούν όλη αυτή τη σιωπή που δεν έχει αλλού να πάει και έτσι στοιχειώνει ετούτο το λιμάνι, ετούτη τη σκηνή. Δυο τρία δυνατά φώτα  φέγγουν στο τέλος του βραχίονα. Από εκεί και πέρα αρχινάει η θάλασσα με τα ποιήματά της και τους πνιγμένους και τα μετέωρα τα πλοία της, θυσία στον βωμό των οριζόντων.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Jonah»

Ζωή Κατσιαμπούρα,  Ανακομιδές

Πέθαναν οι γονείς, υπερήλικες και οι δυο, χορτασμένοι από ζωή, καλά στερνά, καλός θάνατος. Έκλαψε πρώτα τη μάνα, βαρύς ο  παντοτινός χωρισμός, κι ούτε έναν χρόνο μετά έκλεισε τα μάτια του κι ο πατέρας του, εκατοχρονίτης πια. Έκανε τα δέοντα και για τους δυο. Μια συγκινητική συγκέντρωση των συγγενών στο γεύμα της μακαριάς για τη μάνα, στο σπίτι στην Αθήνα, μια πιο συγκινητική ακόμα στο χωριό του καλοκαιριού για τον πατέρα που θάφτηκε στον τόπο της γέννησής του, 40 μέτρα από το σπίτι όπου έζησε τη νεανική του ζωή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα,  Ανακομιδές»

Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός

Νουβέλα

Την έκδοση κοσμούν έργα της ζωγράφου Φωτεινής Χαμιδιελή ΑΩ Εκδόσεις

Ο ήρωας της νουβέλας, νιώθοντας μετέωρος, σ’ ένα κόσμο που όλο και περισσότερο μοιάζει ξένος και άγνωστος, αναζητά τον τραγικό ήρωα.

Οιδίποδα και συνταιριάζει τα βήματά του με τα δικά του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός»