Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Η καρφίτσα και το μπαλόνι 

―Δεν έχω ξεδιαλύνει ακόμα μέσα μου γιατί είχα πάντα την ανάγκη από μικρός να φτιάχνω με τα χέρια όλη μου τη ζωή
-Αυτό είναι ευγενικός πνευματικός αγώνας
-Όχι ακριβώς· homo faber, με τα χέρια: Ό,τι έπαιζα, ό,τι φορούσα· σφεντόνες, αποφόρια, ξύλινα σπαθιά, παλιά στρωσίδια, σκαμνάκια, τάβλες για ύπνο· ράφια μετά, καθίσματα, γραφείο, βιβλιοθήκες· τα πάντα ει δυνατόν
-Και ο Απόστολος Παύλος δούλευε με τα χέρια του για να ζήσει
-Δεν το έκανα για να πληρωθώ, ούτε έστελνα επιστολές εδώ κι εκεί για να ιδρύσω νέα θρησκεία· απλώς ερχόταν φυσικό δίχως να ξέρω το γιατί και πώς.
-Και για εκείνον έτσι ήταν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Η καρφίτσα και το μπαλόνι «

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Εφημερίες

Τις νύχτες ο κίνδυνος εφημερεύει. Κάπου μπορεί να γίνεται πόλεμος, αλλιώς δεν θα φθάνανε εδώ πέρα, τόσοι πληγωμένοι. Ίσως είναι από έρωτα, όμως μονάχα τα εργαστήρια θα το επαληθεύσουν μέρες μετά, όταν θα ΄χουν πέσει σωρός οι νύχτες. 

Και εγώ που προχωρώ, να ξέρεις,  μες στους κήπους σου, ανοιχτός στο θαύμα, μέχρι εκείνη την πόρτα που ανοίγει ουδέτερα και αδιάφορα. Και έπειτα οι τρομερές επιγραφές, τμήματα πανεπιστημιακά και ατέλειωτοι διάδρομοι. Και εσύ να ψάχνεις κάποιον για να ρωτήσεις, Ελένη, Ελένη να τους λες και εκείνοι να σε κοιτάζουν έκπληκτοι. Περνούν αποφασισμένοι γύρω σου, άλλοι για θάνατο και άλλοι για μια δουλειά λιγότερο ένδοξη, για κάτι πράγματα μικρά που κρατούν όρθιο τον κόσμο Ελένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Εφημερίες»

Μαρία Zώντου, Τζίμη

Είναι απόγευμα και είναι καλοκαίρι. Μέσα στο σπίτι σε πετυχαίνω ξανά. Το τηλέφωνο δε το σήκωνες, βαριόσουν να μιλήσεις, όμως με πήρες πριν νυχτώσει. Τώρα είμαι εκεί και σε κοιτώ. Ένα τετράδιο κρατώ, κι εσύ μια κιμωλία. Το τσιγάρο σου κάηκε και χάθηκε, η στάχτη έμεινε στα πόδια μας. Τζούρα-τζούρα ρουφάς το λεπτό από την ώρα. Κάθεσαι και δε με κοιτάς, ποτέ δε με κοιτάς. Ο ουρανός είναι το μόνο πράγμα που βλέπεις κι εγώ κάθομαι δίπλα σου διαβάζοντας βιβλία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Zώντου, Τζίμη»

Δημήτρης Μαμαλούκας, Σκότωσε σαν τον Στίβεν Κινγκ ―κυκλοφορει [απόσπασμα]

Κριστίν 

Σόχο, Νέα Υόρκη, Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019 

16.06 
Σήκωσα το χέρι. Μόλις με είδε πλησίασε με γρήγορο βήμα.
Δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι οχτώ χρόνων. Είχε κανονικό ύψος, μαύρα μακριά μαλλιά που χύνονταν στους ώμους κι ένα πρόσωπο που νόμιζες ότι είχε βγει από πίνακα αναγεννησιακής ζωγραφικής. Είχε ένα σκουλαρίκι στο φρύδι κι άλλο ένα στη μύτη. Φορούσε φθαρμένα μαύρα αθλητικά παπούτσια, μαύρο παλτό, γκρίζα μάλλινη μπλούζα και κολλητό μαύρο δερμάτινο παντελόνι. Ένα τατουάζ, ένας κινέζικος δράκος, έβγαινε από την μπλούζα της και σκαρφάλωνε στο πλάι του λευκού λαιμού της. Μασούσε τσίχλα και δεν προσπαθούσε να το κρύψει.
«Ο Ρέι; Έχω έρθει για την αγγελία…» είπε με βραχνή φωνή. «Ναι, η δεσποινίς Κριστίν Άσλεϊ;» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαμαλούκας, Σκότωσε σαν τον Στίβεν Κινγκ ―κυκλοφορει [απόσπασμα]»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το μαγαζί των πεθαμένων

Σκηνή από ένα έργο

 εντράκι εξοχικό σε ελληνική βουνοκορφή. Τριγύρω καλοκαίρι και η θέα ως κάτω στον κάμπο. Μεταλλικά ψυγεία με γυάλινες προθήκες, για πάντα αδειανές, ένα παλιό ημερολόγιο, ο Εσταυρωμένος και ο γέρος από το μυθιστόρημα του Χέμινγουαιη, πάντα παρών, βιγλάτορας του πόντου. Οι τοίχοι είναι σκασμένοι και τα κουρτινάκια χορεύουν κάθε τόσο από τον άνεμο που φθάνει ξαφνικά και ξεθυμαίνει τα άλικα τα ρόδα. Ο ιδιοκτήτης, γέρος, απόμαχος της ζωής στέκει σε μια ψάθινη καρέκλα. Η Ελλάς θέλει τα σύμβολα της σε πρώτο πλάνο. Δεν μιλά μονάχα γνέφει και σηκώνεται από τη θέση του μονάχα για να σερβίρει πικρό κρασί εκείνο τον γενναίο που πίνει στην άκρη του μαγαζιού. Τα ρούχα εκείνου του ανθρώπου είναι φθαρμένα. Φοράει κάτι σαν τις σημερινές στολές των πυροσβεστών και έχει στην μέση του ζωσμένο το μαχαίρι. Και η καπνιά λερώνει το πρόσωπο και τα χέρια του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το μαγαζί των πεθαμένων»

Λεωνίδας Καζάσης, Εξαπίνης διαπίστωση – ομολογία

Ξεκίνησα από το πανδοχείο, όπου διέμενα έξω από την, Μονεμβασία, την συνηθισμένη ( μετά την κολύμβηση στη θάλασσα ), πεζοπορία, προς, την Μονεμβασία, προς ανεύρεσιν τροφής και, κατόπιν,την ανάβαση προς το κάστρο.
Η Μονεμβασία, με την άγρια, ατίθαση, μα γητευτική αρμονία της, παντεπόπτης καιρών, εποχών, διακυμάνσεων αλός αλαλαγμών, εθώπευε ιδιόρρυθμα την πλάση! Της θεάσεως ερωμένη αναντικατάστατη! Κι εγώ φιλόδοξος, υποψήφιος εραστής της, προσπαθούσα, με όλη την δύναμη των αισθήσεών μου, που, την νόηση δελέαζαν, να εισχωρήσω μέσα της, αφομοιώνοντας, μα τι λέω ; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Εξαπίνης διαπίστωση – ομολογία»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Band Wagon

Pablo Picasso: Circus Family The Tumblers 1905

Ανταπόκριση από το σύμπαν του τσίρκου
των πλανόδιων θιάσων και
των ζωγραφισμένων, ροκαμβολικών
χαρακτήρων διά χειρός Πικάσο.

[…Διάβασα για την ιστορία του σε ένα από τα τεύχη του περιοδικού Band Wagon. Διαφημίσεις και προσωπικότητες του τσίρκου και παράξενες ειδήσεις από την βιογραφία μιας εξαφανισμένης σήμερα τάξης, φωτίζουν για λίγο εκείνη την εποχή. Βρισκόμαστε στα 1919 και τα πρώτα βαγόνια αλλάζουν τον ρυθμό των πραγμάτων. Ο κόσμος αποκτά μεγαλύτερη κίνηση, όλα δείχνουν πως ετοιμάζεται για τον χρυσό του αιώνα. Ο κύριος Lent, υπήρξε ένα αληθινό πρόσωπο η εξαφάνιση του οποίου απασχόλησε τα τεύχη του περιοδικού με εμβόλιμα άρθρα και εκτενείς αναφορές σε χρυσή μπορντούρα. Ο κύριος Lent που ως σήμερα τίποτε δεν σήμαινε για τον κόσμο και είχε για πάντα ξεχαστεί, έχει μια δεύτερη ευκαιρία. Και είναι να απορεί κανείς πώς τάχα ετούτη η ανταπόκριση βρήκε σε αυτόν την ιστορία που ζητούσε. Όλα τα υπόλοιπα συνιστούν την γοητεία του κόσμου του τσίρκου που δάνεισε στον Σαγκάλ το θέμα του και στα παιδιά όλου του κόσμου μερικά ανεξίτηλα όνειρα…] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Band Wagon»

Κώστας Αρκουδέας, Συλλέκτης μανιταριών ―από τον Δημήτρη Σινάκο

Κώστας Αρκουδέας, Συλλέκτης μανιταριών ―εκδόσεις Καστανιώτη

Πυκνό, πολύ πυκνό το δάσος του βιβλίου

Mπήκα στο δάσος σαν πεινασμένος λύκος, με τα δόντια ακονισμένα, έτοιμος να κατασπαράξω τον συγγραφέα ή έστω το βιβλίο του, ή στο τέλος τέλος τον ήρωά του. Ίσως χαμογελάτε τώρα σκεπτόμενοι ότι για ένα λύκο μοιάζει υπερφίαλο και μαξιμαλιστικό να θέλει να τα βάλει μ’ έναν Αρκουδέα· ούτε ο όγκος ούτε η δύναμη είναι με το μέρος του. 

Είναι όμως το κίνητρο που μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς και σ’ αυτό στηρίζομαι. Μα γιατί να θέλω κάτι τόσο βάρβαρο; Θα μπορούσα να απαντήσω κομψά, διαλέγοντας έναν από τους δημόσιους ρόλους ή εαυτούς που δικαιούμαι κι εγώ, όπως και ο καθένας· κι ο Αρκουδέας συμφωνεί άλλωστε: Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Αρκουδέας, Συλλέκτης μανιταριών ―από τον Δημήτρη Σινάκο»