Άρης Αλεξάνδρου, Τον θάψαμε και συνεχίσαμε την πορεία μας

«[…] είχαμε φτιάξει ένα πατάρι στο ύψος του παραπέτου και φορτώσαμε τα άχερα στο πατάρι και ανάμεσα στο πατάρι και στο «πάτωμα» του κάρου δημιουργήθηκε ένας χώρος, ένα «υπόγειο» όπως το λέγαμε, όπου μπορούσες να ξαπλώσεις, ή να κάτσεις σκύβοντας το κεφάλι σου και στο υπόγειο του πρώτου κάρου βάλαμε τον ασύρματο και το πρόχειρο φαρμακείο, στο υπόγειο του δεύτερου το κιβώτιο και στο υπόγειο του τρίτου τα τρόφιμα, τον καπνό και τα εργαλεία). Βαδίζαμε λοιπόν με τον πρώην επιλοχία Σπάρτακο δίπλα στο κάρο της διμοιρίας μας και σε μια στιγμή, ο πρώην επιλοχίας Σπάρτακος μου είπε, «Πάω για κατούρημα», πήδηξε το χαντάκι του δρόμου, προχώρησε μέσα από κάτι θάμνους, εγώ έβγαλα την ταμπακέρα μου να στρίψω τσιγάρο και σταματώντας να ανάψω με το τσακμάκι, άκουσα την έκρηξη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άρης Αλεξάνδρου, Τον θάψαμε και συνεχίσαμε την πορεία μας»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Καταγραφικό

Βράδυ με 38 βαθμούς Κελσίου και η συντροφιά επέστρεφε από την παραλιακή Σκάλα στο χωριό, περπατώντας χαλαρά, από την αριστερή πλευρά του δρόμου, για να ελέγχουν τα αυτοκίνητα απέναντι. Μετά τα μεσάνυχτα, δεν έχει και φοβερή κυκλοφορία. 

Κι εκεί που περπατούσαν κουβεντιάζοντας, «ωχ», φωνάζει η μία της παρέας «με χτύπησε ο χαμένος», καθώς η μηχανή που πέρασε απομακρυνόταν  με πολύ θόρυβο και τα μπουμπουνητά της εξάτμισης. Άλλαξε το θέμα της κουβέντας τους, μίλησαν για τα παλαβά που τρέχουν και κάνουν σούζες και στον παραλιακό και στους άλλους δρόμους, πόσο κινδυνεύουν τα παιδάκια που κάνουν ποδήλατο, τέτοια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Καταγραφικό»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δίχως ασπίδα

Ο Αχιλλέας είχε πια περάσει στην άλλη πλευρά. Ήταν εκείνο το φορτηγό που εμφανίστηκε από το στενό. Κόρναρε για την κυρία που περνούσε αμέριμνη μα ο Αχιλλέας πάγωσε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Η κυρία λίγο μα όχι σαν αυτόν. Έδωσε μια και γλίστρησε πάνω στο κράσπεδο. Θα ‘ταν μπαλαρίνα, αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια χάρη, ακόμη και τούτη την ύστατη στιγμή. 

Δεν θέλει πολύ κόπο για να γίνει το κακό, είπαν οι άλλοι. Τελευταίο πλάνο, όλοι οι φίλοι τριγύρω να νιαουρίζουν λυπητερά και ο Αχιλλέας με τα μάτια του να αργοσβήνουν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δίχως ασπίδα»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Βορράς χωρίς νότο [Προδημοσίευση]

Εκδόσεις σοφία

Η Αριστοτελία έδειχνε τώρα σαν να είχε ένα δεύτερο στόμα κάτω από το σαγόνι της, ένα στόμα που οι άκρες των χειλιών του ξεκινούσαν από τους λοβούς των αυτιών σχηματίζοντας ένα τεράστιο χαμόγελο − μα τον Θεό, έμοιαζε με το πιο χαμογελαστό πρόσωπο που είχα δει στη ζωή μου, ήταν ένα χαμόγελο αδιαπραγμάτευτο. Ήταν η ελαφρότητα των ιντερνετικών περιοδικών που απευθύνονταν μόνο σε γυναίκες, τριαντάρες, ελεύθερες και χειραφετημένες, ήταν η αμηχανία απέναντι στις προσβολές του κάθε χαζοδάνδη που έκρυβε την αξεσιά του με το περίβλημα της διανόησης και την ανδρική του ανεπάρκεια με ετοιμόρροπους σοβάδες ψευτοανωτερότητας, ήταν το ροζ δωμάτιο της παιδικής της ηλικίας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Βορράς χωρίς νότο [Προδημοσίευση]»

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός 

Παρά τη γιορταστική φωταψία
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Περεγρίνος)

[…]ΝΟΙΑΖΟΤΑΝ ΤΟΝ ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟ. ΜΑ ΣΤΗ βάση της συνείδησης του Περεγρίνου η έκφραση των συναισθημάτων δεν είχε και πολύ κύρος. Τα θεωρούσε, τα δικά του συναισθήματα όσο και των άλλων, αδύναμες και αβέβαιες σκιές του ψυχικού κόσμου, και την εξωτερίκευσή τους περίπου ιδιοτελείς τακτικές επιβίωσης. Τον Αγαθόβουλο ήτανε προφανές ότι τον κατέβαλλε πια το γήρας. Ο Περεγρίνος παρατηρούσε τις μειωμένες αντοχές του, πώς βαριανάσαινε σε ανηφόρες ή σκαλιά, πώς κουραζόταν με το τίποτε στο περπάτημα, αυτός που τον πρόλαβε ακαταπόνητο στην πεζοπορία παραπατούσε τώρα κάθε τόσο και σωριαζόταν παρά το μπαστούνι, αδυνατούσε να δει καθαρά ή να διαβάσει κάτι, ακόμη και σε στήλες ευδιάκριτα μεγάλα γράμματα, οτιδήποτε πια ζήταγε να του το περιγράψουν ή να του το διαβάσουν ο Κνήμων ή όποιος μαθητής του τύχαινε κοντά του, δυσκολευόταν να θυμηθεί λέξεις, ιδίως ονόματα, ενώ όλο και συχνότερα επαναλάμβανε μια, την ίδια κουβέντα, δίχως να το συνειδητοποιεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Λεωνίδας Καζάσης, Τα εν οίκω

Αλάτι και ζάχαρη απόμειναν στο σπίτι της Μαρίκας και του Εμμανουήλ. Τα όσπρια ακριβά, τα μακαρόνια, τα φρούτα απλησίαστα, τα σέσκουλα, τα σπανάκια. Ο υιός Παναγιώτης ολημερίς εργάζεται ανασφάλιστος για δυό ελιές τον μήνα και η θυγατέρα τους Χαρίκλεια εργαζόμενη κι αυτή, δεν αξιώθηκε κατά την μάνα της να βρει έναν με υψηλό εισόδημα να την σώσει. Κι όλο φωνάζει αχαϊρευτο η Μαρίκα τον Εμμανουήλ που τρίτη δουλειά δεν βρίσκει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Τα εν οίκω»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα εις

– όντας 

Κερδίζοντας

Ο Ανέστης μπήκε στο σπίτι. Ακούστηκε το βαρύ του βήμα και ο τσιγαρόβηχας. Ήταν μεθυσμένος και είχε ακόμη στα αυτιά του τους πανηγυρισμούς, τις επευφημίες του πλήθους. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και έκανε ησυχία για να ακούσει. Τα ραδιόφωνα στους ακάλυπτους παίζανε Αλεξίου και ειδήσεις από έναν ακόμη πόλεμο. Ποτέ άλλοτε δεν προσπάθησε τόσο η ανθρωπότητα για να αποτρέψει την καταστροφή για να την προσφέρει τελικά απλόχερα στον εαυτό της. Ακούστηκαν βλαστήμιες και λόγια του δρόμου και ο ήχος του πόνου. Κράταγε το καλοκαίρι ακόμη και η ζωή ξενυχτούσε μαζί του. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα εις»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Η άθλια Σαπφώ

Έβλεπε από το παράθυρο μια νύχτα, παρακολουθώντας στα σκοτεινά μια ταινία, την ομάδα των αγοριών της γειτονιάς να πάνε και να έρχονται και να στέκονται έξω από τη χαμηλή μάντρα της αυλής της και σαν να λογομαχούν, δεν άκουγε τι έλεγαν. Τα δικά της εγγόνια έλειπαν με τους γονείς τους σε ολοήμερη και μισονύχτια εκδρομή, οπότε πέρασε από το μυαλό της ότι οι νεαροί απλώς αναζητούσαν την παρέα τους.
Το πρωί, νωρίς,  διαπίστωσε ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Η άθλια Σαπφώ»