Αντώνης Σουρούνης, Κάλυμνος

Μυρτιές, Κάλυμνος

Το μαγαζί που είχα φτιάξει κάποτε δεκαοχτώ χρόνων. Εκτός από το φως, το νερό και κατ’ ονομα που του είχα δώσει, δεν έχει πια τίποτε άλλο δικό μου. Σαν παιδί που μεγάλωσε, απομακρύνθηκε από το γονιό του, μπλέχτηκε με ξένους ανθρώπους κι ακολουθεί το δικό του δρόμο.

Ευτυχώς, οι παλιοί φίλοι έγιναν εστιάτορες και ξενοδόχοι. Έφτασα έγκαιρα, για τα εγκαίνια της «Μερσίνας», του ξενοδοχείου που έφτιαξε ο Γιωργάκης Ταυλάριος στις Μυρτιές, απέναντι από το άλλο, του Μιχάλη του Μαύρου. Κάτω από ένα μεγάλο ευκάλυπτο διαθέτει ίσως το καλύτερο μπαρ του νησιού και δίπλα μια πισίνα, για να πέφτεις κάθε τόσο και να δροσίζεσαι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Σουρούνης, Κάλυμνος»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Jonah

Πυροσβέστης στη Λάρισα απομακρύνει κατοίκους με βάρκα © EUROKINISSI/ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΖΕΚΑΣ

Εργάκι βγαλμένο από τα κατάστιχα της ζωής του Αντώνη. Ο Ώντεν το΄γραψε κάποτε για μια άλλη ψυχή, πως τάχα «η ζωή του κοντοήμερο θα ήταν». Πώς ταιριάζει στα αλήθεια ο ποιητής τη μοίρα του Αντώνη με τον παλμό του κόσμου. Και η ιστορία τραβά και γίνεται έργο και πάλι πέφτει στην ανυποληψία που σαρώνει την εποχή μας.

αλιό, παροπλισμένο λιμάνι. Με τα σκουριασμένα του μηχανήματα, τις σβησμένες μαρκίζες και την απέραντη σειρά των γερανών. Παντού μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τα υλικά μιας ποίησης που ακόμη δεν έχει γραφτεί. Οι γερανοί σημαδεύουν τον ορίζοντα και συγκρατούν όλη αυτή τη σιωπή που δεν έχει αλλού να πάει και έτσι στοιχειώνει ετούτο το λιμάνι, ετούτη τη σκηνή. Δυο τρία δυνατά φώτα  φέγγουν στο τέλος του βραχίονα. Από εκεί και πέρα αρχινάει η θάλασσα με τα ποιήματά της και τους πνιγμένους και τα μετέωρα τα πλοία της, θυσία στον βωμό των οριζόντων.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Jonah»

Ζωή Κατσιαμπούρα,  Ανακομιδές

Πέθαναν οι γονείς, υπερήλικες και οι δυο, χορτασμένοι από ζωή, καλά στερνά, καλός θάνατος. Έκλαψε πρώτα τη μάνα, βαρύς ο  παντοτινός χωρισμός, κι ούτε έναν χρόνο μετά έκλεισε τα μάτια του κι ο πατέρας του, εκατοχρονίτης πια. Έκανε τα δέοντα και για τους δυο. Μια συγκινητική συγκέντρωση των συγγενών στο γεύμα της μακαριάς για τη μάνα, στο σπίτι στην Αθήνα, μια πιο συγκινητική ακόμα στο χωριό του καλοκαιριού για τον πατέρα που θάφτηκε στον τόπο της γέννησής του, 40 μέτρα από το σπίτι όπου έζησε τη νεανική του ζωή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα,  Ανακομιδές»

Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός

Νουβέλα

Την έκδοση κοσμούν έργα της ζωγράφου Φωτεινής Χαμιδιελή ΑΩ Εκδόσεις

Ο ήρωας της νουβέλας, νιώθοντας μετέωρος, σ’ ένα κόσμο που όλο και περισσότερο μοιάζει ξένος και άγνωστος, αναζητά τον τραγικό ήρωα.

Οιδίποδα και συνταιριάζει τα βήματά του με τα δικά του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Η καρφίτσα και το μπαλόνι 

―Δεν έχω ξεδιαλύνει ακόμα μέσα μου γιατί είχα πάντα την ανάγκη από μικρός να φτιάχνω με τα χέρια όλη μου τη ζωή
-Αυτό είναι ευγενικός πνευματικός αγώνας
-Όχι ακριβώς· homo faber, με τα χέρια: Ό,τι έπαιζα, ό,τι φορούσα· σφεντόνες, αποφόρια, ξύλινα σπαθιά, παλιά στρωσίδια, σκαμνάκια, τάβλες για ύπνο· ράφια μετά, καθίσματα, γραφείο, βιβλιοθήκες· τα πάντα ει δυνατόν
-Και ο Απόστολος Παύλος δούλευε με τα χέρια του για να ζήσει
-Δεν το έκανα για να πληρωθώ, ούτε έστελνα επιστολές εδώ κι εκεί για να ιδρύσω νέα θρησκεία· απλώς ερχόταν φυσικό δίχως να ξέρω το γιατί και πώς.
-Και για εκείνον έτσι ήταν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Η καρφίτσα και το μπαλόνι «

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Εφημερίες

Τις νύχτες ο κίνδυνος εφημερεύει. Κάπου μπορεί να γίνεται πόλεμος, αλλιώς δεν θα φθάνανε εδώ πέρα, τόσοι πληγωμένοι. Ίσως είναι από έρωτα, όμως μονάχα τα εργαστήρια θα το επαληθεύσουν μέρες μετά, όταν θα ΄χουν πέσει σωρός οι νύχτες. 

Και εγώ που προχωρώ, να ξέρεις,  μες στους κήπους σου, ανοιχτός στο θαύμα, μέχρι εκείνη την πόρτα που ανοίγει ουδέτερα και αδιάφορα. Και έπειτα οι τρομερές επιγραφές, τμήματα πανεπιστημιακά και ατέλειωτοι διάδρομοι. Και εσύ να ψάχνεις κάποιον για να ρωτήσεις, Ελένη, Ελένη να τους λες και εκείνοι να σε κοιτάζουν έκπληκτοι. Περνούν αποφασισμένοι γύρω σου, άλλοι για θάνατο και άλλοι για μια δουλειά λιγότερο ένδοξη, για κάτι πράγματα μικρά που κρατούν όρθιο τον κόσμο Ελένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Εφημερίες»

Μαρία Zώντου, Τζίμη

Είναι απόγευμα και είναι καλοκαίρι. Μέσα στο σπίτι σε πετυχαίνω ξανά. Το τηλέφωνο δε το σήκωνες, βαριόσουν να μιλήσεις, όμως με πήρες πριν νυχτώσει. Τώρα είμαι εκεί και σε κοιτώ. Ένα τετράδιο κρατώ, κι εσύ μια κιμωλία. Το τσιγάρο σου κάηκε και χάθηκε, η στάχτη έμεινε στα πόδια μας. Τζούρα-τζούρα ρουφάς το λεπτό από την ώρα. Κάθεσαι και δε με κοιτάς, ποτέ δε με κοιτάς. Ο ουρανός είναι το μόνο πράγμα που βλέπεις κι εγώ κάθομαι δίπλα σου διαβάζοντας βιβλία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Zώντου, Τζίμη»

Δημήτρης Μαμαλούκας, Σκότωσε σαν τον Στίβεν Κινγκ ―κυκλοφορει [απόσπασμα]

Κριστίν 

Σόχο, Νέα Υόρκη, Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019 

16.06 
Σήκωσα το χέρι. Μόλις με είδε πλησίασε με γρήγορο βήμα.
Δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι οχτώ χρόνων. Είχε κανονικό ύψος, μαύρα μακριά μαλλιά που χύνονταν στους ώμους κι ένα πρόσωπο που νόμιζες ότι είχε βγει από πίνακα αναγεννησιακής ζωγραφικής. Είχε ένα σκουλαρίκι στο φρύδι κι άλλο ένα στη μύτη. Φορούσε φθαρμένα μαύρα αθλητικά παπούτσια, μαύρο παλτό, γκρίζα μάλλινη μπλούζα και κολλητό μαύρο δερμάτινο παντελόνι. Ένα τατουάζ, ένας κινέζικος δράκος, έβγαινε από την μπλούζα της και σκαρφάλωνε στο πλάι του λευκού λαιμού της. Μασούσε τσίχλα και δεν προσπαθούσε να το κρύψει.
«Ο Ρέι; Έχω έρθει για την αγγελία…» είπε με βραχνή φωνή. «Ναι, η δεσποινίς Κριστίν Άσλεϊ;» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαμαλούκας, Σκότωσε σαν τον Στίβεν Κινγκ ―κυκλοφορει [απόσπασμα]»