Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;

※

Ετούτος ο τάφος τον πρόεδρο σκεπάζει, τον υιό
τού προδότη, άχρηστου τον καιρό του στους Έλληνες.
Είχε γυναίκα, ερωμένη, παιδιά χαραμοφάηδες,
μα διασκορπίστηκε ο νους του απ’ την άτσαλη ύβρη
Αγοράκριτος – Αρχαίος Ποιητής

※

Η κατάντια κι o ξεπεσμός τού εκλογικού σώματος σ’ όλους τους τόπους και σ’ όλες τις εποχές δεν προκύπτει απ’ το πουθενά. Προηγείται πάντα εκείνος ο ηγέτης που ενσταλάζει στον όχλο, μέσω μίας αρνητικής διαπαιδαγώγησης, τα δικά του χαραχτηριστικά, της χαμέρπειας, της αμάθειας, της δειλίας και της φιλοχρηματίας, προκειμένου αυτός ο καθοδηγούμενος όχλος να δημιουργήσει την προϋπόθεση για τον ξεπεσμό του και για την καθιέρωση ενός τέτοιου «ταγού». Έτσι, ο ηγέτης πλάθει τον Δήμο κατ’ εικόνα κι ομοίωσή του προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει ως δημαγωγός, ενώ ο Δήμος μεταμορφώνεται αβίαστα σε μικρονοϊκό, ψοφοδεές κι άθλιο άθυρμά του μόνον και μόνον για να συντηρεί τέτοιους «ταγούς»! Ο λαουτζίκος εν γνώσει του κυλιέται στον βόρβορο, έχει πλήρη επίγνωση των επιπτώσεων τής κακής επιρροής τού δημοκόπου ηγέτη του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Ο ευτυχισμένος

❋

Το λιμανάκι , μια σταλιά κόλπος στο έλεος της Νοτιάς,  μεταμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια σε  θέρετρο σχετικής άνεσης, αν όχι πολυτελείας.  Όλοι οι γιατροί οι μηχανικοί  και λογιστές που κατάγονται από το κοντινό ορεινό αρχοντοχώρι (και, εννοείται, δουλεύουν και ζουν στην Πόλη του νησιού, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη)  χτίζουν ωραιότατα σπίτια, στριμωγμένα βεβαίως στα μίζερα οικόπεδα και πολύ συχνά με τη θέα στη θάλασσα ακυρωμένη από την  πλάτη του μπροστινού αντίστοιχου. Ωραία, όμως.  Μαζί και οι εύποροι αγρότες και τσομπάνηδες της περιοχής, που εξάλλου τους ανήκει ο τέως βοσκότοπος, σπίτια καλοστημένα και καμιά φορά φανταχτερά, αυτά, ωστόσο, χωρίς εμφανές το σχέδιο του ακριβού αρχιτέκτονα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Ο ευτυχισμένος»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Καμένα βούρλα

✼

«Και καμένος και βούρλο!»

Ήταν το μικρό μας αστειάκι με το φιλαράκι μου για πολλούς και διάφορους που μας περιστοίχιζαν στα ξενυχτάδικα του κέντρου τις μικρές ώρες της νύχτας. Μα μεταξύ μας και’ μεις καμένα βούρλα είμασταν που καταδεχόμασταν να συχνάζουμε σε τέτοια μέρη όπου βασίλευε ο φθόνος, οι λυκοφιλίες και οι πάσης φύσεως κατινιές καταπίνοντας άδεια λόγια και στριμμένα μπάσα σε γενναίες δόσεις αλκοόλ. Μάλλον, ανατρέχοντας σε κείνες τις άχαρες εποχές, από κάτι προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε σα στρουθοκάμηλοι που έβρισκαν τα πιο ακατάλληλα καταφύγια διαλύοντας το συκώτι και κυρίως την έρημη την τσέπη τους.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Καμένα βούρλα»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο Αδάμ και το μήλο ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Οδός Πανός

Παρουσίαση

Αφηγήσεις και διηγήματα διάφορα:
Με κλωστές, ξέφτια, ρέστα, κουρέλια, σιωπές και παύσεις, πληγές και ράμματα.
Μ’ ερείπια, με χαλάσματα.
Μα ούτ’ ένα ψέμα. Τίποτε φτιαχτό:
Κόντρα σε τόσα δισεκατομμύρια που γελούν άχαρα, μ’ έναν πονεμένο μορφασμό πάντα.
Έχοντας την αριστοκρατική πολυτέλεια τής γνώσης μόνο· λίγο είναι;
(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

✼

Pagotό

Στην Κίμωλο είπανε; Στη Φολέγανδρο· δεν θυμάμαι· θα σε γελάσω. Ήτανε πάντως καμιά εικοσαριά χρόνια πριν· τότε που σταματήσαν οι πολλές δραχμές· κι ένα ματσάκι άνηθος κόστιζ’ ένα ευρώ και μας φαινόταν τζάμπα. Τότε, ο Παναγιώτης ο ψαράς, νοίκιασε για όλο τον Αύγουστο το σπίτι του σε έναν μεγαλομόδιστρο απ’ το Παρίσι: Ο monsieur Marc τάδε. Ο κυρ-Μάρκος. Καμιά σαρανταριά, ψηλούτσικος, κοντά μαλλιά, λιγνός πετσί και κόκκαλο, μ’ ένα κινητό συνέχεια κολλημένο στο αυτί. Ήθελε ηρεμία· κανείς να μην τον ενοχλεί, τίποτα να μη βλέπει, να μην ακούει τίποτα. Μόνο αυτός να μιλάει απ’ το κινητό. Και με το αμόρε του: Έναν σχεδόν ίδιον μ’ αυτόν· μόνο λίγο πιο σκούρο. Μαροκινός. Εντάξει, Ο.Κ. No problem: Ησυχία, ηρεμία!

Κι έστειλε ο Παναγιώτης, για να μην ενοχλήσει, την άλλη μέρα το πρωί, τον γιο του τον Αγαθοκλή -ούτε πέντε χρονών παιδάκι- να σκουπίσει το κεφαλόσκαλο και τα παρτέρια γύρω. Κι ο άλλος από μέσα, το ’κανε χάζι το μικρό, να σαρώνει σκουπιδάκια και μαμαλίθρες με μια σκούπα δυο φορές σαν το μπόι του. Ρώτησε κι έμαθε πως το ice cream, οι ιθαγενείς εδώ, το λένε pagotό. Και πιάνει και τού δίνει ένα ευρουλάκι· ίσα-ίσα για να πάρει ένα pagotό. Τρελάθηκε ο Αγαθοκλής· περιχαρής τον παίρνει τον μισθό του. Κι όπως δεν ήταν διόλου βλάξ, το ’πιασε αμέσως· πως το παγωτό οι μεγαλομόδιστροι στο Παρίσι το λένε pagotό: ‘Pagotό’ έλεγε ξανά και ξανά. Κι όλο γλειφότανε με κουνιστό κεφάλι και μάτια υγρά, τουρλώνοντας έξω τα χείλια και σκάζοντας στα γέλια μόνος: ‘Pagotό’.

Και την επομένη το πρωί, μια και δυο παίρνει τη σκούπα και πάει πάλι μόνος κι αρχίζει να σκουπίζει το σπίτι γύρω, αρχίζοντας από την πίσω μεριά. Κι ύστερα πάει και χτυπάει την εξώπορτα με το σκουπόξυλο. Μες απ’ τα κουρτινάκια δεν βλέπει κανέναν ο μεσιέ Μάρκ -πού τον δει τον μπόμπιρα- ανοίγει, και τονε βλέπει να τον κοιτά σε στάση προσοχής, με την παλάμη τεντωμένη και να τού λέει, με τέλεια προφορά, σουφρώνοντας τα χείλια: ‘Pagotό!’. Έλιωσε ο μόδιστρος: Τι έξυπνοι που είν’ οι Έλληνες, τι unic greek islands, τι υπέροχος λαός· κι άλλα τέτοια, ανέξοδα.

Από τότε πήρε το κολάι ο μικρός και πήγαινε κάθε μέρα, σάρωνε και ζήταγε pagotό. Και ο κυρ-Μάρκος τού έδινε. Δεν υπήρξε φορά να μην τού δώσει. Τριάντα ευρώ εξτρά τού κόστισε το σκούπισμα· χαλάλι! Όλοι όμως εκεί τον λάτρεψαν: Τι κύριος· ευγενικός, διακριτικός· ποτέ δεν ενόχλησε με τον Μαροκινό του, τι χουβαρντάς!

Κι ο Αγαθοκλής έγινε λαϊκός ήρωας, σ’ όλο το νησί· που από πολύ νωρίς έμαθε να τα παίρνει απ’ τους ξένους… Θα κοντεύει στα τριάντα τώρα. Όλα καλά κι όλοι ευχαριστημένοι… Κι εκείνη η πενηντάρα η ηλιοκαμένη -κάτι σαν artistic director λέει, γενικώς, και real estate- που μάς έλεγε χτες τούτη την ιστορία· Ελληνίδα, πολύ φίλη με τον Marc, -και νονά τού Αγαθοκλή, παρακαλώ!- ακόμα πιο ευχαριστημένη, περήφανη· μονοπωλώντας άνετα και πολύ φτηνά, τη γενική βαρεμάρα.

Εγώ όμως· γιατί ήθελα να βάλω τα κλάματα ακούγοντάς την; Και ήταν όλοι στην παρέα ένας κι ένας, υποτίθεται· γαμώ το…

*

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

✼

Αθηνά Παπανικολάου, Ο καθρέφτης

✼

Τέταρτη στη λίστα των εξεταστέων κι είχε ‘ρθει η σειρά της. Ο δάσκαλος της άνοιξε ευγενικά την πόρτα του οδηγού, χειρονομία εξόχως ενθαρρυντική, της έκλεισε συνωμοτικά το μάτι και πήγε στη θέση του συνοδηγού. Έβαλαν κι οι δυο τη ζώνη ασφαλείας και καλημέρισαν την τριάδα των εξεταστών που είχαν ήδη πάρει θέσεις στα πίσω καθίσματα με τα μπλοκάκια στα χέρια τους. Είδε τα πρόσωπα τους με ταχύτητα αστραπής στον μεσαίο καθρέφτη και της φάνηκαν σαν πολεμικοί ανταποκριτές ή μάλλον σαν στρατιώτες στην πρώτη γραμμή με τ’ όπλο απασφαλισμένο να προλάβουν την πρώτη εχθρική κίνηση. Ο ήχος από το κούμπωμα της ζώνης κάλυψε προς στιγμήν το χτυποκάρδι της που άρχιζε τον δικό του ανήφορο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αθηνά Παπανικολάου, Ο καθρέφτης»

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Ο ξακουστός οργανοπαίχτης Ρίκο

 

✼

______Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ ΡΙΚΟ________

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 70/4/β/(i)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 70[1]

  1. Ο Παπά-Σταύρος Φιλίππου Καλογερής παρέμεινε στη ρίζα του, παντρεύτηκε τη Γιαννούλα Ζωγράφου από το Δώρι, κι απέκτησαν πέντε παιδιά

α. τον Φίλιππο Σταύρου Καλογερή

β. τη Μυρσίνη Σταύρου Καλογερή που παντρεύτηκε τον Ιωάννη Παπαδημητρίου στην Πεζούλα Παρνασσίδος και απέκτησαν έξι παιδιά.

(i)τον Ευτύχη – Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ ΡΙΚΟ
(ii)τον Ιερόθεο – Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
(iii)την Παρασκευή – ΜΥΡΟΒΛΗΤΙΣΣΑ
(iv)την Αναστασία
(v)την Αγγελική
(vi)και την Κώστια

γ. την Ζαχαρούλα Σταύρου Καλογερή που παντρεύτηκε το Γιώργο Ιωάννου Αθανασάκη και πήγε στην οικογενειακή ρίζα 9 Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Ο ξακουστός οργανοπαίχτης Ρίκο»

Ευσταθία Δήμου, Κλέφτες και αστυνόμοι

Από τις εκδόσεις Γκοβόστη

Μια όμορφη αρχαιολόγος στήνεται στο βάθρο της. Ένας υπάλληλος φυλακών συλλαμβάνεται ως τρομοκράτης. Ένας απολυμένος εργάτης γεμίζει τις ώρες της αργίας του παρακολουθώντας τη γυναίκα του για να ανακαλύψει ότι αποτελεί μέρος ενός ερωτικού τριγώνου. Ένας νεαρός καθηγητής μαθηματικών βρίσκεται αντιμέτωπος με τον πιο αδιανόητο μαθηματικό υπολογισμό. Ένας αργόσχολος μεσήλικας κάνει χόμπι του τις μικροκλοπές και βρίσκει έναν αναπάντεχο συνεργό.

Δώδεκα σύγχρονες ιστορίες που φλερτάρουν με το παράδοξο. Διηγήματα επικεντρωμένα σε χαρακτήρες που οδηγούνται στα όρια του εαυτού τους και, μέσα από μια απροσδόκητη έκβαση, αλλάζουν εαυτό.

Απόσπασμα

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευσταθία Δήμου, Κλέφτες και αστυνόμοι»

Ο ιός-19 διηγήματα λογοτεχνικού εγκλεισμού ―κυκλοφορεί

Συλλογικό. Aπό τις εκδόσεις Βακχικόν σε συνεργασία με το περιοδικό Cartel

Tην καταγραφή της «νέας πραγματικότητας» του Covid-19 επιδιώξαμε, διοργανώνοντας έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό, όχι για να διεκδικήσουμε δάφνες πρωτοτυπίας, οι μισές άλλωστε λογοτεχνικές σελίδες και εκδοτικοί είχαν την ίδια «φαεινή» ιδέα, αλλά για να συμβάλουμε το δικό μας λιθαράκι στην ιστορική αυτή ανατροπή.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ο ιός-19 διηγήματα λογοτεχνικού εγκλεισμού ―κυκλοφορεί»