Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Λαϊκό Πεντάγραμμο

Μικρές ιστορίες
του Αγίου Φεβρουαρίου

Κάτι ώρες τον κερδίζουν τα τραγούδια. Πάει να πει πως καίγεται ανάμεσα στους στίχους, πως φορά τις σημασίες τους,  θυμάται τα πρόσωπα, τα σχήματα και τις μορφές που καθιστούν τα πράγματα προσωπικά.

Τα τραγούδια της πατρίδας του αφηγούνται τη λαϊκή μυθολογία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Λαϊκό Πεντάγραμμο»

Πάνος Ιωαννίδης, Ο χορός της μέλισσας —προδημοσίευση

Νουάρ μυθιστόρημα -κυκλοφορεί κατά το τέλος Φεβρουαρίου, από τις εκδόσεις Κέδρος

Μηδέν

20 Αυγούστου 2014

Το γλέντι βρίσκεται στο αποκορύφωμά του, αλλά αυτός απομακρύνεται περπατώντας προς τα αγαπημένα του λιόδεντρα. Έχει ανάγκη από μερικές ανάσες. Από την ώρα που ξύπνησε μια αόρατη θηλιά έχει τυλίξει το στήθος του. Κοντοστέκεται, κλείνει τα μάτια του και προσπαθεί να θυμηθεί πώς έφτασαν εδώ τα πράγματα. Αλλά δεν θέλει.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πάνος Ιωαννίδης, Ο χορός της μέλισσας —προδημοσίευση»

Νίκη Αναστασέα, «Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου» —της Ευγενίας Μπογιάνου

Στη Μνήμη της Νίκης Αναστασέα (1947-12.02.2019)

Τα όρια του μηδενός

Υπάρχουν άνθρωποι προορισμένοι να σηκώσουν ένα βάρος μεγαλύτερο από το ανάστημα και την ηλικία τους; Αυτό το ερώτημα θέτει η Νίκη Αναστασέα στην «Ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου», καθώς καταπιάνεται με ένα παλιότερο βιβλίο της και του δίνει μια δεύτερη, δουλεμένη ώς την τελευταία…

Της ©Ευγενίας Μπογιάνου στην Αυγή

Υπάρχουν άνθρωποι προορισμένοι να σηκώσουν ένα βάρος μεγαλύτερο από το ανάστημα και την ηλικία τους; Αυτό το ερώτημα θέτει η Νίκη Αναστασέα στην «Ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου», καθώς καταπιάνεται με ένα παλιότερο βιβλίο της και του δίνει μια δεύτερη, δουλεμένη ώς την τελευταία λεπτομέρεια, μυθιστορηματική ζωή, δέκα περίπου χρόνια μετά την πρώτη.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκη Αναστασέα, «Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου» —της Ευγενίας Μπογιάνου»

Μαρία Μαραγκουδάκη, Πάντα κόνις

Από τη συλλογή διηγημάτων Μηδενική γωνία, εκδόσεις Εύμαρος

Αν είχα ζήσει ακόμη ένα χρόνο θα γινόμουν εξήντα, αν είχα ζήσει έστω μισό χρόνο ακόμη θα είχα ολοκληρώσει το βιβλίο μου με τον προσωρινό τίτλο «Η ζωή που δεν έζησα», γιατί και τη ζωή που δεν ζούμε μέσα στη ζωή που ζούμε τη ζούμε.

Από τη ζωή που έζησα θυμάμαι, την πράσινη καρφίτσα της μαμάς, τα χέρια της γιαγιάς, τη στρογγυλή φρουτιέρα στο κέντρο της τετράγωνης τραπεζαρίας, τη ζαλάδα όταν κάπνισα πρώτη φορά στα δέκα μου, την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός θείου που είχε πεθάνει νέος αλλά η μαμά έλεγε πως χάθηκε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Μαραγκουδάκη, Πάντα κόνις»

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, ‘Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα’ —προδημοσίευση αποσπασμάτων

Εκδόσεις Οδός Πανός

Για κάποιον μυστήριο λόγο πάντα περίμενα τη φωτιά από ψηλά

Πες μου:
το ‘ξερες που ματώνει η στάχτη;
Έκτωρ Κακναβάτος

Το αόρατο που κυνηγά την πεταλούδα
Μια παγωμένη χειραψία
και ο άσπονδος φίλος του χρησμού
Ματωμένο φεγγάρι
με το ζόρι ανατέλλει
Δεν αγαπά τα δειλινά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βαγγέλης Αλεξόπουλος, ‘Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα’ —προδημοσίευση αποσπασμάτων»

Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες


[Χώρος:
λοφάκι και ο προαύλιος χώρος μοναστηριού
κάτω, ελαιώνας
ένας μικρός βράχος, σταθερός
πιο κάτω και πέρα, αμπελώνες
δεξιά-αριστερά, ξέφωτο
Πρόσωπα:
μια γυναίκα κι άλλη μια, μια άλλη στιγμή]

I.

 

(Όπου η Σπεράντζα θυμωμένη, ξεσπάει)

Τα μάτια της φλυαρούσαν κι εκείνος τα άκουγε στο θρόισμα της οργαντίνας του φορέματος όπως περνούσε μπροστά του, βηματίζοντας μια πάνω μια κάτω σε στενά και πιο στενά κάθε φορά όρια που έβαζε μόνη της Μαλάκα μόνο τα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες»

Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Γιορτινές αναμνήσεις

Άτιμο πράμα το χρήμα, τον χαλάει τον άνθρωπο. Αυτό το μάθαμε από τα πρώιμα τα νιάτα μας, όταν ήμασταν παιδάκια, τότε που στις γιορτές πιάναμε παράδες από φιλοδωρήματα, μποναμάδες κι από τα κάλαντα τα Χριστουγεννιάτικα, τ’ Αγιοβασιλιάτικα και τα πιο φτωχά, των Φώτων, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Γιορτινές αναμνήσεις»

Σοφία Γουργουλιάννη, Η γιαγιά

Η γιαγιά μου, ξέρετε, είναι μπαλόνι.

(Θα πρέπει, όμως, να ξέρετε πως όλες οι γιαγιάδες είναι μπαλόνια.)

Είναι ένα ροζ μπαλόνι. Γιατί ροζ ήτανε τα μάγουλα της το καλοκαίρι του 2011.

Φοράει ένα άσπρο καπέλο με πλατύ άσπρο γείσο. Αυτό που φόραγε μέσα στη θάλασσα. Γιατί πήγαινε για μπάνιο και το πρωί και το απόγευμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφία Γουργουλιάννη, Η γιαγιά»