Βαγγέλης Αλεξόπουλος, ‘Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα’ —προδημοσίευση αποσπασμάτων

Εκδόσεις Οδός Πανός

Για κάποιον μυστήριο λόγο πάντα περίμενα τη φωτιά από ψηλά

Πες μου:
το ‘ξερες που ματώνει η στάχτη;
Έκτωρ Κακναβάτος

Το αόρατο που κυνηγά την πεταλούδα
Μια παγωμένη χειραψία
και ο άσπονδος φίλος του χρησμού
Ματωμένο φεγγάρι
με το ζόρι ανατέλλει
Δεν αγαπά τα δειλινά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βαγγέλης Αλεξόπουλος, ‘Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα’ —προδημοσίευση αποσπασμάτων»

Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες


[Χώρος:
λοφάκι και ο προαύλιος χώρος μοναστηριού
κάτω, ελαιώνας
ένας μικρός βράχος, σταθερός
πιο κάτω και πέρα, αμπελώνες
δεξιά-αριστερά, ξέφωτο
Πρόσωπα:
μια γυναίκα κι άλλη μια, μια άλλη στιγμή]

I.

 

(Όπου η Σπεράντζα θυμωμένη, ξεσπάει)

Τα μάτια της φλυαρούσαν κι εκείνος τα άκουγε στο θρόισμα της οργαντίνας του φορέματος όπως περνούσε μπροστά του, βηματίζοντας μια πάνω μια κάτω σε στενά και πιο στενά κάθε φορά όρια που έβαζε μόνη της Μαλάκα μόνο τα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες»

Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Γιορτινές αναμνήσεις

Άτιμο πράμα το χρήμα, τον χαλάει τον άνθρωπο. Αυτό το μάθαμε από τα πρώιμα τα νιάτα μας, όταν ήμασταν παιδάκια, τότε που στις γιορτές πιάναμε παράδες από φιλοδωρήματα, μποναμάδες κι από τα κάλαντα τα Χριστουγεννιάτικα, τ’ Αγιοβασιλιάτικα και τα πιο φτωχά, των Φώτων, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Γιορτινές αναμνήσεις»

Σοφία Γουργουλιάννη, Η γιαγιά

Η γιαγιά μου, ξέρετε, είναι μπαλόνι.

(Θα πρέπει, όμως, να ξέρετε πως όλες οι γιαγιάδες είναι μπαλόνια.)

Είναι ένα ροζ μπαλόνι. Γιατί ροζ ήτανε τα μάγουλα της το καλοκαίρι του 2011.

Φοράει ένα άσπρο καπέλο με πλατύ άσπρο γείσο. Αυτό που φόραγε μέσα στη θάλασσα. Γιατί πήγαινε για μπάνιο και το πρωί και το απόγευμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφία Γουργουλιάννη, Η γιαγιά»

Ασημίνα Λαμπράκου, Αγαπάνθεμον(*)



Σας βεβαιώ Αλλά εσείς μην το πιστέψετε Σκοτεινός ασύνταχτος, με ακολουθούσε Όχι πάνω από το προσδιορίσιμο «ακολουθώ» Όχι περισσότερο από τρεις μακρείς ως τα καλοκαίρια, χειμώνες Μπερδεύοντας πλήκτρα βήματα ίχνη όμως Συννέφιασα Έγραψα σημείωμα: Κάνε «αυτό» Υπάκουσε Έλα και θα ξαναγράψουμε μαζί τον ξένο του Καμύ Έγραφα και Γελούσα: Ποια είμαι εγώ να…; Γέλασε Υποθέτω κι ο ίδιος Άγρια Έπειτα, σας βεβαιώ έγινε Αλλά εσείς μην το πιστέψετε Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Αγαπάνθεμον(*)»

H Χαρά Νικολακοπούλου για ‘Το Κώμα’ του Κυριάκου Δημητρίου

Αρχείο 03/09/2018 – Κυριάκος Δημητρίου, Το Κώμα Νουβέλα, εκδ. Πορεία 2017

Με ομορφιά και με θάνατο ακαταπαύστως…

Η Κόλαση είναι άδεια κι όλοι οι διαβόλοι είναι εδώ   (Από την Τρικυμία του Σαίξπηρ, τίτλος κεφαλαίου του βιβλίου)

Ο άνθρωπος προ των ευθυνών του την τελική στιγμή της Μεγάλης Κρίσης, η λυσσαλέα μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, η εωσφορική λάμψη σε όλο της το τρομερό μεγαλείο, η σπαρακτική κραυγή για μετάνοια την ύστατη ώρα, είναι τα θέματα  που πραγματεύεται στη νουβέλα του ο Κυριάκος Δημητρίου, καθηγητής της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «H Χαρά Νικολακοπούλου για ‘Το Κώμα’ του Κυριάκου Δημητρίου»

Αρχείο Δεκ.2016: Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Χαμένη Ταυτότητα

sotirellos1.12.16

favicon

Διαμένω στον 24ο όροφο του ξενοδοχείου Radisson στην κεντρική πλατεία (Alexaderplatz) του Βερολίνου. Από το παράθυρο μου η πόλη απλώνεται πανοραμικά, ωστόσο η πυκνή ομίχλη που την καλύπτει περιορίζει τον ορίζοντα αισθητά. Κι όμως, θα λεγε κανείς ότι η χειμερινή μουντάδα τονίζει τοΔιαβάστε περισσότερα-Continue reading 

Αρχείο Δεκ.2016: Παντελής Μήτσιου, Summertime Blues

mitsiou2.12.16
fav_separator

Τέντωσε το κορμί στην καρέκλα βάζοντας κόντρα με τα πόδια, έσπρωξε το χέρι στο στενό τζιν, έβγαλε ένα χοντρό μάτσο πενηντόευρα, ξεχώρισε ένα και το έδωσε με τα δυο δάχτυλα – τον δείκτη και τον μέσο – στο σερβιτόρο.

Διαβάστε περισσότερα-Continue reading