Σοφία Γουργουλιάννη, Η γιαγιά

Η γιαγιά μου, ξέρετε, είναι μπαλόνι.

(Θα πρέπει, όμως, να ξέρετε πως όλες οι γιαγιάδες είναι μπαλόνια.)

Είναι ένα ροζ μπαλόνι. Γιατί ροζ ήτανε τα μάγουλα της το καλοκαίρι του 2011.

Φοράει ένα άσπρο καπέλο με πλατύ άσπρο γείσο. Αυτό που φόραγε μέσα στη θάλασσα. Γιατί πήγαινε για μπάνιο και το πρωί και το απόγευμα.

Στα χέρια της φοράει δύο δαχτυλίδια. Στο δεξί ένα με μια τεράστια πράσινη πέρλα. Και στο αριστερό ένα ψεύτικο μονόπετρο που είχα πάρει από το H&M και της το χάρισα γιατί το είχα πάρει Medium κι εγώ (που έχω πάρει τα δάχτυλα της μαμάς μου) φορούσα XS.

Το δώρο μου έχει –κιόλας- αρχίσει να ξεφτίζει. Άραγε η Μπάρμπι Μουλάν να είναι ακόμα στην αποθήκη;

Ίσως να έχει χάσει το τόξο της.

Μια Μπάρμπι Μουλάν ορφανή από τόξο και μια γιαγιά μπαλόνι με μούφα δαχτυλίδι που σχεδόν ξέφτισε.

Τα δαχτυλίδια τα βλέπει ο ήλιος και καθρεφτίζονται μέσα τους τα μαύρα μάτια της γιαγιάς.

Γιατί κρατάει σε κάθε χέρι από ένα κεφτεδάκι.

Ίσως, αν, είχα φάει περισσότερα το καλοκαίρι του 2011, τότε δε θα ήταν αναγκασμένη να κρατάει όρθια τα χέρια της τώρα. Και να μοστράρει κεφταδάκια χωρίς παραλήπτη στους ουρανούς.

Σκέφτομαι, όταν βρέχει, πως τα κεφτεδάκια θα βραχούν.

Δε λιώνουν τα κεφτεδάκια.

Αλλά, ίσως, παραμαλακώσουν.

Και μετά

Ποια εγγόνια ουρανοί θα τα καταβροχθίσουν;

«Από πού είστε κυρία Ντίνα;»

«Από το Βόλο» είπες και γω ήμουνα μισογεννημένη. Μάλλον, θα είχα ακόμα αίματα πάνω μου. Μπορεί την ώρα που εσύ πρόφερες τις λέξεις «από το Βόλο» εγώ να ήμουνα ακόμα κολλημένη στον αφαλό της κόρης σου.

«Από τον ωραίο Βόλο να λέτε»

Στον «ωραίο Βόλο» άραγε να είχα καταλάβει πως πήρα τη μύτη και τ’ αυτιά σου;

Ίσως, αν, ερχόσουνα νωρίτερα με κεφτεδάκια λουλούδια στα χέρια σου να με καλωσορίσεις στον κόσμο που με διάλεξε;

Η κόρη σου δεν τρώει κεφτεδάκια. Λουλούδια έφερες.

Σου μοιάζω, όμως.

Εύκολο να λες «σ’ αγαπώ».

Να με χώνεις σε αγκαλιές με ιδρωμένα παιδικά κεφάλια και χέρια να μυρίζουν λαδίλα.

Να μιλάς στα λουλούδια. Γιατί κι εκείνος (ο παππούς) ήταν λουλούδι. Φαλακρό μεν, χωρίς τα φύλλα του. Αρωματικό δε, γαρδένια τριαντάφυλλο παππούς.

Δεν έχεις σκάλα στο σπίτι.

Όταν γινόσουνα μπαλόνι εγώ ψώνιζα φορέματα.

Δεν έψαξα στο σπίτι. Γιατί τώρα ήταν-είναι μουσείο. Εγώ σκέφτηκα είναι μαυσωλείο. Κι εσύ μπαλόνι.

Σε μια τεράστια πλατεία με ένα όνομα σπανιόλικο, με ένα φόρεμα κόκκινο κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια κρίκους. «Η γιαγιά πέθανε».

Χωρίς δαχτυλίδια και χωρίς ήχους. Τα σκουλαρίκια λένε βουίζουν γιατί περνάει αέρας ανάμεσα. Σάββατο πρωί χωρίς αέρα και χωρίς ήχους.

Στο θέρετρο σου τώρα, πια.

Εγώ δεν ήρθα ποτέ.

Σήμερα δε βρέχει.

*

©Σοφία Γουργουλιάννη

φωτο: Στράτος Φουντούλης