Ασημίνα Λαμπράκου, γόνιμες καμπύλες χρόνου

Κάποτε θα λάβουμε εκδίκηση από τα γιασεμιά
Οι γλάστρες θα επαναστατήσουν
κι οι ρίζες θα δώσουν φρέσκο ήλιο
τομάτα και ρίγανη
Το νάιλον θα βουβαθεί προς νέους αιώνες
κι η έλξη θα αναστραφεί

Εδώ που είμαι, Παράδεισος είναι που βλέπω τον ουρανό του
Έτσι, ποντάρω με κάποια σιγουριά σε έναν θάνατο που θα έρθει από την αρχή

ένα αυθαίρετο, χωρίς ταυτότητα συναίσθημα που εξελίσσεται σε στοργή, είναι, κατά έναν τρόπο, ένα συναίσθημα χωρίς γνώμη και γεύση
ένα συναίσθημα με τέτοια γνώση, που προκαλεί τις αισθήσεις να αποδώσουν δικαίωμα στη γλώσσα να διακορεύσει τον λόγο και τον λόγο

από τα ανοίγματα ξεπετάγονται όψεις του στιγμιαίου κενού ως μέλλοντας ξεχασμένος που είναι ο εξακολουθητικός: θα αγαπιέμαι, και μια λευκή ουρά αλόγου κεντημένη σαν μίσχος μαργαρίτας με μετρημένα πέταλα

ένα πουλί που τρύζει σαν ποντικός και τροχοδρομεί στην κόψη της μάντρας
είναι ένα πουλί που αναστατώνει τη νύχτα που ανοίγεται σαν ποντικός
και υποχρεώνει δέκα γάτες να ανοίξουν τα νύχια τους και τη σάρκα της

από τα ανοίγματα μπαίνει το φεγγάρι σαν δέκα και δέκα χιλιάδες πίδακες φωτιάς
από πριόνι που εκτελεί καμπύλες και ευθείες κοπές μετάλλου

Αύγουστος. Πηχτή η ζέστη ανεβαίνει τη σκάλα από τη μεριά της θάλασσας. Εισχωρεί στην πόλη. Ανοίγεται σε δρόμους, αυλές, σπίτια. Στόματα και ρουθούνια. Εκεί σταματά επειδή γνωρίζει ένα τίποτα κι επειδή ο βοριάς νοιάζεται αλλού.
Στην σελίδα έντεκα εν τούτοις, ένας κονδυλοφόρος σκιαγραφεί εγκαίρως έναν άλλο βορρά που θα επιστρέψει τα πράγματα στη θέση τους. Και τη σκάλα επίσης.

Άγνωστά μου χιλιόμετρα οδηγούν τον ταξιδιώτη από το λιμάνι σε αυτή τη γωνιά που κάθισα να ξεκουραστώ και να στοχαστώ τα πρόσφατα. Εδώ που θα μπορέσω κάποτε να ρεμβάσω παρατηρώντας τον ήλιο, σαν τεράστιο καλοψημένο κυδώνι, να εγκαταλείπει πίσω από το νησί αναστατώνοντας τα αγριοκάτσικα και προκαλώντας τα νερά.
Ένα κορίτσι ανησυχεί τις σκέψεις μου και διακόπτει το σκοτάδι ξεκολλώντας από τον πηλό δεξιά. Βηματίζει γρήγορα και μπήγοντας, σαν φρέζα που σημαδεύει τρύπες για σπορά, τις φτέρνες του στην ξεραμένη άμμο. Νομίζεις πως σύντομα θα χωνευτεί από κάποιο από τα φώτα του συνοικισμού. Ανάβουν λες για χάρη του. Εκείνο όμως προσπερνά και χάνεται προς τη μεριά των βράχων πίσω από τη θάλασσα.

Είναι το κορίτσι σκυμμένο μέσα στην αγκαλιά του κι η αγκαλιά του που μελωδεί. Αύγουστος. Κλείνει τα χέρια, ανοίγει, και πάλι. Χαμηλώνοντας και σηκώνοντας κάθε φορά το κεφάλι, περιδιαβαίνει τις οδούς της μικρής της πόλης.
Μπροστά του, η μικρή της κόρη. Αγέννητη. Πατάει τα πλήκτρα με τις λευκές της πουέντ. Εδώ, εκεί, ξανά. Φωτεινή σκιά που καθέλκει τη φιγούρα.

*
©Ασημίνα Λαμπράκου

φωτο: Στράτος Φουντούλης