Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre -Τόκυο

Ανωνύμου: Τόκυο αρχές 20ού αι.

(Στη σκηνή πηγαινοέρχονται τεχνικοί και φροντιστές. Φαίνεται πως φτιάχνουν ένα σκηνικό πόλης και ίσως γι΄αυτό ετοιμάζονται να ρίξουν απ΄την οροφή ένα επιβλητικό πανώ. Μες στο πλήθος ξεχωρίζει κάποιος που φορά μια στολή και άλλα δυο πρόσωπα. Ένα κορίτσι και ένα αγόρι. Και το σκουριασμένο φεγγάρι γιατί πάντα ήθελα έναν δικό  μου ουρανό.

Κάποιος απ΄τους θεατές της πλατείας, απευθύνεται στους υπόλοιπους, ο ρόλος του είναι μυστικός, όλα πάνω του είναι αδιάφορα, όμως εκείνος γνωρίζει σε βάθος την παράξενη αυτή ιστορία. Μιλά.)

Ο Πάολο εργάζεται ως αρλεκίνος στο θέατρο του δρόμου. Φορά μια καταπράσινη στολή που γυαλίζει κάτω απ΄τα φώτα, κάτω απ΄τα φώτα.

Παίρνει τη θέση του όπως τα πουλιά στα σύρματα, τα πουλιά στα σύρματα.

Σκύβει και προσφέρει ένα λουλούδι στα παιδιά, ένα λουλούδι.

Σκύβει και πεθαίνει άμα βραδιάσει, άμα βραδιάσει.

Ο Πάολο στήνει το πατάρι του πάνω στ΄ανθρώπινα συντρίμια, μ΄ευλάβεια, μ΄ευλάβεια.

Η φαντασία του δεν έχει καταστραφεί πέρα για πέρα, η πόλη το γνωρίζει και του γελά, του γελά.

(Όσα εκείνος ο παράξενος άνθρωπος διηγείται, όλες αυτές οι σκηνές, αποκτούν σάρκα και οστά πάνω στη σκηνή, με τις μορφές που χορεύουν, που μπλέκονται και σχηματίζουν μοίρες και γωνίες, γύρω από τον βιολιστή που μισοφαίνεται σ΄ένα βαθύ, σβησμένο περίγραμμα. Όλα αποκαλύπτονται αργά, όπως τα θαύματα των τσίρκων)

Απόψε είναι μια μέρα σημαντική για τον Πάολο. Πάει να πει πως η πόλη γιορτάζει και ο Πάολο βρίσκεται εκεί, ανάμεσα στο πλήθος που κατηφορίζει σαν ποτάμι απ΄όλους τους δρόμους, τους δρόμους.

Η στολή του είναι φροντισμένη, πίσω στην πλάτη του διαθέτει δυο μικρά, σπάνια φτερά αγγέλου. Η καρδιά του χτυπά δυνατά, η καρδιά του Πάολο μοιάζει με το μεγάλο, ρυθμικό ταμπούρλο των παιδιών που παρελαύνουν, που παρελαύνουν.

Το πατάρι του είναι στολισμένο με ένα επιβλητικό ριντώ στο φόντο.

Ω, το θέατρο του Πάολο μοιάζει μαγικό και είναι σ΄αυτό το τοπίο των παιχνιδιών που ξεχωρίζει η θλιμένη του φιγούρα, η πιο λυπημένη στην πόλη, στην πόλη.

Κρατά ένα λουλούδι από ξεθωριασμένο πλαστικό. Είναι ένα κυκλάμινο, το βαλσαμώσαν οι κυνηγοί των φεγγαριών που τέτοιες εποχές λυμαίνονται τις καρδιές μας. Το κρατά σαν μωρό και κάθε τόσο απ΄την αγάπη του, την αγάπη του, ο Πάολο σκύβει και κλαίει. Η πόλη ανάβει τα στρας, μεταμορφώνεται στα πιο ιλιγγιώδη σαββατόβραδα, η ζωή της κρέμεται από μια κλωστή, μια κλωστή, κρέμεται απ΄τον Πάολο και απ΄ τους νυκταγωγούς που διατρέχουν σαν φλέβα ετούτο τον κόσμο.

Δυο παιδιά ήρθαν και στάθηκαν, δυο παιδιά. Το ΄να το ονομάζουν Μαρία, δισύλλαβο του έρωτα και τ΄άλλο Ορέστη. Η μάντισα είπε, σκληρή η μοίρα του και οι Μυκήνες θολές πάνω στα εθνικά δίκτυα και τους σταθμούς. Τον κοιτούν με θαυμασμό, απλώνουν τα χέρια τους, στο μέσα της παλάμης τους υπάρχουν γραμμένοι χάρτες και κήποι κρεμαστοί και βασιλικές χαμένες της φαντασίας μας. Και ο Πάολο που όλο λυπάται, σαν χειμώνας με την πράσινη στολή του και το καπέλο του αρλεκίνου και τους θυσσάνους και τ΄ακροκέραμα πάνω απ΄το κεφάλι του, σπαράγματα της πόλης που θολώνει απ΄τα νερά και απ΄τα σήματα, τα σήματα.

Ο Ορέστης μιλά, μες στον καταιγισμό των εποχών,  με τη ζωή του που διαγράφει κυκλωτικές τροχιές,

ΟΡΕΣΤΗΣ: Πώς είναι τ΄όνομά σου;

Ο αρλεκίνος γράφει στον άνεμο τη  λέξη την πιο δική του, χαράζει στον άνεμο έναν έναν τους χαρακτήρες, τα χειλικά των κύκλων, το α των ανέμων, τ΄όμικρον ενός κήπου περίκλειστου και το λ που το λένε μ΄όλες τις γλώσσες, μ΄όλες τις γλώσσες. Στο κορίτσι αρέσουν τα δειλά φτερά του.

Ο Πάολο που ΄χει μάθει όλα να τα δωρίζει μεταμορφώνεται σε κόσμο αγέννητο, σε κόσμο.

ΜΑΡΙΑ: Είναι αληθινά;

(Ξανά εκείνος ο άνθρωπος σ΄άλλη θέση)

Ο Πάολο δεν θέλει να τρομάξει τα παιδιά. Το μυστικό του το κρύβουν καλά οι στολές και το ψιμύθιο. Μα δεν θέλει να τρομάξει τα παιδιά και έτσι σφαλίζει τα μάτια του και σ΄όλο τον κόσμο βρέχει για πάντα. Το ξύλινο πατάρι του τώρα αρμενίζει στους κόλπους των αθώων παιδιών, με τα φανάρια του για πάντα σβησμένα, με το πλήρωμά του για πάντα χαμένο. Είναι αλήθεια πως στα ύφαλα κοιμούνται νύμφες και ήλιοι που περιμένουν ν΄ανάψουν. Το πατάρι του Πάολο πότε βυθίζεται, πότε περνά φωτισμένο μέσα απ΄τα καλοκαίρια μας, ψιθυρίζοντας το παλιό, καλό τραγούδι των σειρήνων. Η λάντζα του Πάολο, κοιτάξτε πώς αντέχει τους ανέμους, η σημαία του είναι πειρατική, οι ναύτες του  κάτω από του πελώριους γερανούς του Λίβερπουλ φυλλομετρώντας τους καιρούς, τους καιρούς.

Νύχτωσε και η γιορτή πέρασε. Ο Πάολο πάνω στο πατάρι του, δίχως τον Ορέστη, δίχως την Μαρία, με τα φτερά του ψαλιδισμένα, με τον χειμώνα, που ΄ναι δεύτερος, μοναχικός θερισμός. Ω, πόσο όμορφος μοιάζει ο τρυφερός αρλεκίνος της ιστορίας μας, έτσι όπως κερδίζει το χρώμα της λήθης, με τη στολή του που ΄ναι καμωμένη από παράξενα, αειθαλή δέντρα. Και τα φτερά του, χιόνι και σιωπή.

Τ΄άλλο πρωί το φωτισμένο πατάρι είναι γεμάτο απ΄τα παιδιά. Κάποιος ανεβαίνει και μιλά, κάποιος μ΄ωραίο παρουσιαστικό και επικίνδυνες ιδέες. Παντού βρέχει, σ΄όλη την πόλη, σε κάθε σπίτι, πάνω απ΄το πράσινο φως της κουζίνας, στους ακάλυπτους, πάνω απ΄τα μάτια σου και στους κήπους, τους κήπους. Και ας είναι καλοκαίρι και ας μύρισε ο τόπος τ΄ωραίο, μεθυστικό άρωμα των ποιημάτων, κάποιος μ΄επικίνδυνες ιδέες μιλά πάνω στο πατάρι. Και το πλήθος που συγκεντρώνεται και χειροκροτεί και ο Ορέστης όλο ρωτά, πού πήγε το χθεσινό φεγγάρι, τραβώντας τα σακάκια, στέλνοντας σήματα αδειανά στους Ερυθρούς Σταυρούς, ρωτώντας τα μεγάλα τάνκερ που κατοικούν τις θάλασσες, που πήγε, πού, ο αρλεκίνος της χθεσινής γιορτής και αν κάποιος το ένιωσε πως πέθαινε και κοντά του τον κράτησε.

Κανείς δεν του μιλά και ένας πάνω στο πατάρι ανακοινώνει τους νέους νόμους και το πλήθος τον επευφημεί. Και οι ιδέες του είναι επικίνδυνες. Ο Πάολο είναι ένας άγγελος απ΄τα στενά της Πάρμα, της Πάρμα. Σ΄αυτόν τον κόσμο δεν χωρά, σ΄αυτές τις θάλασσες, τις θάλασσες.

Με μια φωνή, οι τρεις τους, που ποτέ ως τώρα δεν είχαν συναντηθεί στ΄αλήθεια, ο Ορέστης, η Μαρία και ο άγγελος αρλεκίνος, διαβάζουν ένα ποίημα και κοιτάζονται γελώντας βαθιά μες στα μάτια,

Να μ΄αφοπλίζει,
όπως φθάνει
απ΄τα οδοφράγματα,
γυμνή,
Τόκυο, Αθήνα, παλιά Αμβέρσα,
στοπ,
Δεν θα γυρίσω
στοπ,
Να μ΄αφοπλίζει,
όπως φθάνει
από αγωγούς υπόγειους
υπονομεύοντας
όλες μου τις άμυνες,
Να λες τα τραγούδια
που σου΄μαθα,
στοπ,
δεν θα γυρίσω

Σαν κούκλες ζαχαρένιες, σαν συνειδήσεις που καίγονται, οι τρεις τους μένουν ακίνητοι.