Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες


[Χώρος:
λοφάκι και ο προαύλιος χώρος μοναστηριού
κάτω, ελαιώνας
ένας μικρός βράχος, σταθερός
πιο κάτω και πέρα, αμπελώνες
δεξιά-αριστερά, ξέφωτο
Πρόσωπα:
μια γυναίκα κι άλλη μια, μια άλλη στιγμή]

I.

 

(Όπου η Σπεράντζα θυμωμένη, ξεσπάει)

Τα μάτια της φλυαρούσαν κι εκείνος τα άκουγε στο θρόισμα της οργαντίνας του φορέματος όπως περνούσε μπροστά του, βηματίζοντας μια πάνω μια κάτω σε στενά και πιο στενά κάθε φορά όρια που έβαζε μόνη της Μαλάκα μόνο τα μάτια της μιλούσαν Μαλάκα του φώναζε κι ούρλιαζε μόνο με τα μάτια Εκείνος την άκουγε κοιτώντας τον καπνό που τύλιγε στο χαρτάκι Μαλάκα πάλι Σάλιωσε Έβαλε το χέρι της στη μέση Σηκώθηκε Εκείνος πέρασε το τσιγάρο στα χείλη του Άναψε Άναβε έτσι που τον έβλεπε Μαλάκα στρίγκλισαν τα μάτια της ξανά Έβαλε και τ’ άλλο χέρι στη μέση Πάτησε το χώμα με ένταση Στάθηκε Τράβηξε το κεφάλι στο πλάι Μπόλιασε το βλέμμα μ’ αγριάδα Ξεφύσησε το δαγκωμένο της ψυχής της Ο αέρας απ’ τα ρουθούνια της αναστάτωσε τον γύρω Έσκυψε προς το μέρος του Σήκωσε το φρύδι κι ένα στο βλέμμα της κύμα από περιφρόνηση που της δόθηκε Δε μου λες παλληκαράκι; τι νομίζεις πως είσαι ρε; ε; τι τον πέρασες ρε τον άλλονε και του ρίχνεις τα λόγια σου σαν αγχίδια ταύρου στη τάβλα; ε; Ε; Τέντωσε το στήθος της μπροστά του κι έστριψε στο πλάι το μισό κορμί της Ποιος νομίζεις πως είσαι ρε; ε; Κανάς σοβαρός να τον φοβηθούμε ή κανάς νταής που σέρνει την αγορά απ’ τη μύτη; Άμα έχεις δικά σου, ρίχτα Του ταύρου άστα να κάνουν τη δουλειά τους ρε Γιατί εκείνα κάνουν Τα δικά σου που ταχεις και κρέμονται, τι νομίζεις πως είναι; Κουδουνίστρες είναι Αυτό είναι Να στο πω εγώ ρε Αυτό είναι παλληκαράκι Κι άμα το λέει η καρδιά σου, βγες στο φως ρε και μίλα Πες Πρόσωπο με πρόσωπο Πες Βγες απ΄ το γυαλί ρε και πες Που σ’ έκανε μια φορά η μάννα σου μαρμελάδα και κόλλησες στα πλαϊνά από τότε κι ας έπιασε μούχλα το βάζο Εσύ εκεί ρε Εκεί κολλημένος Κο-λλη-με-νος παλληκαράκι Κι άγρια να πούμε Κι έσκυψε μια και σηκώθηκε δυο από μπροστά του κι έσπρωξε τον αέρα πιο κει με τα μπράτσα της και σβάρνισε με τη φούστα το τραπεζομάντηλο και με το βλέμμα το χώμα κάτω απ’ τα πόδια του τραπεζιού κι η ρώγα της καντήλι αναμμένο από το θυμό κι οι κόγχες των ματιών της βάλτος από αίμα πνιγμένο Και θροοοουυυ η φωνή και θροοουυυ το ύφασμα της μπλούζας πάνω από το στήθος ίσα στο βλέμμα του και φσσσσσσσσ ο καπνός απ’ το τσιγάρο στα χείλη της τής ατσίγαρης Άναψε μανάρι μου Άναψε ένα και για μένα τώρα και αν θες το καλό σου ρε μάγκα ξεκόλλα απ’ το βάζο είπε κι έριξε μια ματιά στο κόκκινο που άφησαν τα χείλη της στο χαρτάκι σα για να βεβαιωθεί πως βγήκε όλο της ψυχής το αίμα το πνιγμένο και πηγμένο πάνω στο νύχι του πού έδεσε το τσιγάρο κι άρμοσε το σιάλο του στο δικό της

Σπρώχτηκε έπειτα η πόρτα από αέρα ανόρεχτο και τα φύλλα του δέντρου σύρθηκαν έτσι που φάνηκε το πάνω από τη λόγχη της εξώπορτας μέρος τ’ ουρανού τρυπημένο από μπλε, κι ο τόπος γέμισε βεσπάκια κίτρινα γαλάζια κι ασημί σκονισμένο κι ανθρώπους που κάτι γιορτάζανε με κινητά και σούσουρο κι η πέτρινη σιωπή έσπασε, μαζί το κλάμα κι ο άνεμος ._

II.

(Όπου η Σοφία φιλοσοφεί παίζοντας με ένα σοσόνι λευκό)

Ακούμπησε το πόδι –δεξί– στο βραχάκι. Έγειρε τη μέση· το γόνατο αγγιγμένο από το στήθος κι οι καμπύλες των δαχτύλων που ανεβάζουν, μια τραβώντας κι άλλη μαζεύοντας ,την κάλτσα προς τα πάνω –λευκή, σοσόνι, ίσα που σκεπάζει τη μύτη του αστράγαλου– μέση λεπτή –λεπτότερη δε γίνεται– μέσα από μπλούζα κρουαζέ, υπόλευκη, που στερεώνεται στο ζωνάκι φούστας εμπριμέ. Ύφασμα από λινάρι. Βλέμμα μεταξωτό· κοφτό, τσαχπίνικο, κάτω από τον καπνό τσιγάρου στα άκρα των χειλιών και… Δε μου λες αγοράκι; Δε σούχει πει η μάνα σου περί έρωτος; Τι έρωτας και κολοκύθια μωρέ; Δίνει μια φυσηξιά στο μαλλί που πέφτει αφέλεια δεξιά στο μάτι, μετατοπίζει το βάρος στ’ αριστερό και… Ακούς έρωτας και κουραφέξαλα! πόσα να σου δώσω να πειστείς μωρέ πως μια συναλλαγή είναι όλα; Λόγια δίνεις, έρωτα παίρνεις· έρωτα δίνεις, λόγια παίρνεις. Ως να πεθάνει ο μακαρίτης ο έρως. Τί είναι μωρέ ό έρωτας; Λουκής Λάρας να τόνε πιάνεις ευαίσθητο σα πυρετό σε ζώο εξαμηνίτικο ή καμιά σουσουράδα να τήνε πηγαίνεις βήμα βήμα μη σου κρυολογήσει ο απέθαντος και πεθάνει με νερό στα πνεμόνια του; Ε; Τι νομίζεις; Κι άκου να σου πω. Τα βλέπεις εκείνα τ’ αμπέλια; Ε; Καρπίζουν ξανακαρπίζουν και θα ξανακαρπίσουν ώς να σωθεί το χώμα που τα θρέφει· δηλαδή ποτές. Γιατί τ’ αμπέλι δε θέλει και πολλά να ζει. Το ίδιο κι ο έρωτας. Κι άσε που στα αμπέλι έχει πολλές τις ρίζες. Μ’ έπιασες παλληκαράκι; Ε; Και του κλείνει το μάτι κι έπειτα ρίχνει μια το κεφάλι πλάι και μια στα ίσια μπροστά να τον τρομάξει, να γελάσουν. Μα την έπνιξε ο καπνός άμαθη που ήταν να καπνίζει και τόχε για μόστρα να κάνει τους άλλους να τη σέβονται πως…

Ύστερα, γέμισε ο τόπος wi fi, μουσικές πλαστικές κι ανθρώπους είρωνες κι έγειραν τα κλήματα κάτω στο κάμπο κι οι ελιές από δίπλα φύσηξαν τον άνεμο στα μούτρα τους κι ένα κλάμα φύλλου πρασινόλευκου και μια κάμπια από βαμβάκι ._

*

©Ασημίνα Λαμπράκου

φωτο: Στράτος Φουντούλης