H Χαρά Νικολακοπούλου για ‘Το Κώμα’ του Κυριάκου Δημητρίου

Αρχείο 03/09/2018 – Κυριάκος Δημητρίου, Το Κώμα Νουβέλα, εκδ. Πορεία 2017

Με ομορφιά και με θάνατο ακαταπαύστως…

Η Κόλαση είναι άδεια κι όλοι οι διαβόλοι είναι εδώ   (Από την Τρικυμία του Σαίξπηρ, τίτλος κεφαλαίου του βιβλίου)

Ο άνθρωπος προ των ευθυνών του την τελική στιγμή της Μεγάλης Κρίσης, η λυσσαλέα μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, η εωσφορική λάμψη σε όλο της το τρομερό μεγαλείο, η σπαρακτική κραυγή για μετάνοια την ύστατη ώρα, είναι τα θέματα  που πραγματεύεται στη νουβέλα του ο Κυριάκος Δημητρίου, καθηγητής της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Μάης του 1942. Ο Λέναρντ Μάισνερ, με αριθμό ταυτότητας Τ4121055, ετών τριάντα εννέα, νοσηλεύεται στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Μονάχου. Ουσιαστικά βρίσκεται σε κώμα,  στο μεταίχμιο δηλαδή μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, ανάμεσα σε ζωή και θάνατο. Διατηρώντας ωστόσο κάποιες από τις εγκεφαλικές λειτουργίες του άθικτες, ανακαλεί σκόρπιες θύμησες- σπαράγματα της περασμένης ζωής του χωρίς  χρονική αλληλουχία. Το μικρό αυστριακό χωριό όπου γεννήθηκε,  τα παιδικά χρόνια, τις σπουδές τους στην Ιατρική, τη γνωριμία με την αγαπημένη γυναίκα, η εξάσκηση του επαγγέλματός του.

Η νουβέλα είναι διασπασμένη σε τριάντα τρία μικρά κεφάλαια με τίτλους δυσανάλογα μεγάλους αλλά άκρως πρωτότυπους και εντυπωσιακούς, για παράδειγμα: «Μήτρα, μια λάμψη συσπάται, τρεμοπαίζει», «Άρωμα, η γλυκιά μυρωδιά των μαλλιών σου», «Ταρακουνιέμαι- Θεέ μου, πού με πάτε; Αφήστε με στη γωνιά μου.»

Αυτό που καταλαμβάνει εξαπίνης τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας σελίδα είναι η καταιγιστική ομορφιά  του φυσικού τοπίου που περιβάλλει τον ήρωα, το οποίο τοπίο ο συγγραφέας δεν χάνει την παραμικρή ευκαιρία να δοξολογήσει με τρόπο υμνητικό, πληθωρικό, απόλυτο.  Η ομορφιά της φύσης είναι εξοντωτική, καταυγάζει τα συναισθήματα και τις πράξεις των ηρώων, οι οποίοι δεν παύουν στιγμή να νιώθουν σάρκα από τη σάρκα της γης, μια αμυχή στον φλοιό της βελανιδιάς, ανάσα από την ανάσα του δάσους.

Ο λύκος στέκεται στον βράχο κι οσφραίνεται τη θαυμαστή ομορφιά του κόσμου, τεντώνει τα πισινά του πόδια, αλυχτά και σείεται η νύχτα- μέσα στα μάτια του καρφώνεται εκστατικό το ασημένιο φεγγάρι. Αυτός είναι ο Θεός, λέω. Κι εγώ θα γίνω χρυσαλλίδα. Αυτή είναι η βούλησή Του.

Κι ακόμα:

Μέσα στη σιγαλιά της πανσέληνης νύχτας, στο πυροφόρο δάσος, ένας βόρειος άνεμος μουγκρίζει από μακριά, ξεσηκώνει στο πέρασμά του τις ψυχές των δέντρων και των ζωντανών, καλπάζει με ορμή όπως τα άλογα του Αχιλλέα στον χάλκινο ουρανό. Τα δέντρα λυγίζουν, ικέτες, στο ξέφρενο κυνηγητό κι ύστερα σηκώνονται ψηλά, λες και θα πετάξουν. Μα οι ρίζες τα κρατούν στέρεα στη γη, σκίζεται η νύχτα σε δυο κομμάτια,  κι εμείς μέσα στη νεκρική σχισμή τυφλές σκιές κουβαριασμένες.

Ο χαμός των αγαπημένων προσώπων έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια του στην ψυχή του ήρωα.

Πατέρα, γιατί ξεμακραίνεις; Μικραίνει ο ίσκιος σου, αδειάζει η ψυχή σου.

Απόψε θα σε θρηνήσω, Άννα, καθισμένος στο πεζούλι της πέτρινης στέρνας, κάτω από τον ίσκιο του τρομαγμένου λόφου, στο ερειπωμένο μεσαιωνικό κάστρο.

Οι γλωσσικές επιλογές του Κυριάκου Δημητρίου είναι καθαρά ποιητικής υφής και υπόστασης, προσδίδοντας στο κείμενο χροιά ονείρου και μαγείας. Μύθοι και θρύλοι των βόρειων χωρών για λυκανθρώπους, ξωτικά, Δρυίδες και νεράιδες, νύχτες άγριας καταιγίδας και τοπία τυλιγμένα στην ομίχλη, έρχονται να συμπληρώσουν το εξωπραγματικό, ονειρικό σκηνικό που στήνει με μαεστρία ο συγγραφέας. Απολαμβάνοντας ο αναγνώστης τον μαγεμένο αυλό της καθαρόαιμης ποίησης που αποπνέει το κείμενο, νιώθει σαν πρωτόπλαστος στις πύλες του παραδείσου, σαν πρωτόβγαλτος στον κόσμο των θεών και των θαυμάτων.

Τότε όμως είναι που έρχεται να τον στροβιλίσει σε μια απρόσμενη δίνη σκότους και θανάτου, η αποκάλυψη των επαγγελματικών δραστηριοτήτων  του ήρωα, η πορεία της μύησής του στα δόγματα μιας ιδεολογίας φρικαλέας και αποτρόπαιης. Περίπου στα μισά του βιβλίου, το σοκ είναι δυνατό για τον αναγνώστη, που αντιλαμβάνεται με δέος πως δεν έχει ακριβώς να κάνει με ένα καλογραμμένο λυρικό βιβλίο, αλλά κυρίως για μια καταβύθιση στις εσχατιές της επίγειας κόλασης, για μια πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση  με την εωσφορική πλευρά της ανθρώπινης φύσης.

Εσείς κρατάτε το δόρυ σαν τους Σπαρτιάτες, είστε οι στυλοβάτες της ανθρώπινης ράτσας, οι Άτλαντες που κρατάτε τη Γη στους ώμους σας, να μην την παρασέρνουν οι ψυχροί άνεμοι μιας πλασματικής θριαμβεύουσας λογικότητας. Ενόσω η κακία βασιλεύει στον κόσμο, το αίμα του αθώου και του ενόχου θα ρέει μέχρι να λυτρωθεί η ανθρωπότητα. Αίμα και χώμα, χώμα ποτισμένο με αίμα. «Ειρήνη θα υπάρξει στη γη όταν ο τελευταίος άνθρωπος σκοτώσει τον προτελευταίο» ( Χίτλερ) .

Το Κώμα, ένας τίτλος δισυπόστατος, αφού παραπέμπει, πέρα από τον εγκλωβισμό στο ασαφές σύνορο μεταξύ ζωής και θανάτου, στην αιώνια, εκούσια -και πέρα για πέρα συνειδητή- παράδοση της ψυχής στα δίχτυα του Εωσφόρου, στην υπηρεσία της τερατωδίας με πρόσχημα την επίτευξη της φυλετικής καθαρότητας και της επιστημονικής προόδου, αμετάκλητη επιλογή ζωής, την οποία ο νεκροζώντανος Λέναρντ Μάισνερ θα υπερασπιστεί λυσσαλέα, κυριολεκτικά μέχρι θανάτου. Από εκεί και κάτω, ο δρόμος για την Κόλαση είναι στρωμένος με καθαρή, αμόλυντη φρίκη.

Κι εκεί που περιμένεις μια τελειωτική λύση/λύτρωση/ κάθαρση, με τον κίνδυνο να διολισθήσει ο συγγραφέας σε ηθικοδιδακτικούς δρόμους, αυτή δεν έρχεται ποτέ. Ο εφιάλτης δεν έχει πεθάνει, βρίσκεται απλά σε κώμα, και κάποια τρομερή στιγμή θα επιστρέψει πάνοπλος.

Θα γυρίσουμε ξανά, όλοι εμείς οι κήρυκες του νέου κόσμου, οι δημιουργοί, θα γυρνάμε ξανά αιώνια στα ίδια μέρη, κι η γη θα τρέμει στο πέρασμά μας. Μην πλανιέστε, αυτόν τον κόσμο, αργά ή γρήγορα, θα τον κάνουμε καλύτερο, θα τον κατακτήσουμε, δίχως εσάς, τους μικροπρεπείς.

Εν ολίγοις, ένα συγκλονιστικό αφήγημα, μικρό το ‘δέμας’, αλλά που μπορώ να το αντιπαραβάλλω μόνον με το εμβληματικό Confiteor του Jaume Cabre.